Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ του Φώτη Τσιώκου - ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η επίσκεψη, σε κάθε χώρα, του Προέδρου άλλης χώρας, από μόνη της αποτελεί, αξιόλογο γεγονός.
Ως τέτοια θα έπρεπε να τυγχάνει και της ανάλογης προβολής, από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Κι αν δεν πρόκειται μόνο για επίσκεψη περισσότερο «τυπική», όπως π.χ. κατόπιν εκλογής νέου Προέδρου για συγχαρητήρια κλπ, ή παρουσίας σε κάποιο πολιτιστικό γεγονός, όπως αθλητικές ή καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κλπ, αλλά γίνεται για σοβαρά θέματα, που αφορούν ενδεχομένως σημαντικές συμφωνίες, ή συζήτηση για εύρεση λύσεων, σε διαφορές μεταξύ των χωρών, τότε θα έπρεπε να τυγχάνει, ακόμη μεγαλύτερης προβολής αλλά και αντικειμενικής ενημέρωσης των λαών, διότι τα εθνικά θέματα αφορούν όλους και παίρνονται αποφάσεις, οι οποίες έχουν σοβαρές επιπτώσεις, επί το βέλτιστον ή το χείριστον για την ζωή όχι μόνο των σημερινών, αλλά και των μελλοντικών γενεών.
Αυτές τις μέρες πραγματοποιήθηκε επίσκεψη του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας εις την γείτονα Αλβανία. Αλλά εις τον ορυμαγδό των εξελίξεων στην Ελλάδα – Χρυσαυγειάδες, τρόικες, τα περί τα οικονομικά, σκάνδαλα και άλλα ωραία, που συμβαίνουν στην άμοιρη χώρα μας, πέρασε κι αυτή στα «ψιλά».
Για την ιστορία, θα αναφερθώ σε δύο θέματα, που ίσως σε μερικούς να τους διαφεύγουν ή και να τους είναι άγνωστα. Το πρώτο και παλαιότερο χρονικά, είναι το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας – όπως ονομάζεται- και υπεγράφη και από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και από το Αλβανικό Κράτος. Αυτό έγινε τον Μάιο του 1914. Προβλέπει την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου, εντός της Αλβανικής επικράτειας. Το δεύτερο είναι το λεγόμενο «εμπόλεμο» με την Αλβανία το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα, παρά την απόπειρα άρσης του από τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου και την κυβέρνησή του το 1987. Δεν το ενέκρινε η τότε βουλή. Το εμπόλεμο αυτό έγινε για τον λόγο της ενεργούς συμμετοχής του Αλβανικού στρατού, στον στρατό του Μουσολίνι ως σύμμαχος, που επετέθη στην Ελλάδα το 1940.
Μέλη αυτού του στρατού ήταν και οι μουσουλμάνοι «Τσάμηδες» που κατά διαστήματα κάνουν αισθητή την παρουσία τους, ιδιαίτερα στη Θεσπρωτία. Είναι αυτοί, που για την ως άνω συμμετοχή τους στον Αλβανικό στρατό με τους Ιταλούς, δικάστηκαν από το Δικαστήριο Δοσίλογων των Ιωαννίνων το 1945 με δήμευση των περιουσιών τους. Αυτό το λεγόμενο ως θέμα «Τσάμηδων»,  που κατά καιρούς προβάλλεται από την Αλβανία, δεν υφίσταται ως θέμα για την Ελλάδα. Έτσι, ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ως όφειλε, έθεσε το θέμα των δικαιωμάτων της Ελληνικής Κοινότητας στην Αλβανία, που συνεχώς παραβιάζονται μέχρι και πρόσφατα, θυμάστε το θέμα με την εκκλησία, τα θέματα που δημιουργούν πάντα κατά τις εκλογικές διαδικασίες κλπ.  Συζητήθηκε το περί αγωγού ΤΑΠ κ.α. Αλλά ιδού η ξεδιαντροπιά και η συνεχιζόμενη προκλητικότητα των Αλβανών. Ο πρωθυπουργός Έντι Ράμα, έθεσε ξανά το θέμα «Τσάμηδες» και των περιουσιών τους. Με άλλα λόγια, υποκινεί και προτρέπει τους απογόνους των δοσίλογων και υποστηρικτών των Ναζί να διεκδικούν και τους υποστηρίζει. Και πέραν αυτού ζήτησε νέα διαπραγμάτευση, για τα χωρικά ύδατα και την ΑΟΖ, που πρόσφατα υπεγράφη, μεταξύ  Ελλάδας και Αλβανίας.
Αλλά έκανε και προσφορά «καλής θέλησης». Αν η Ελλάδα υποχωρήσει από τις θέσεις της, θα μας δώσει άδεια για την κατασκευή νέων Κοιμητηρίων, για τους πεσόντες στον πόλεμο του 1940.Τώρα λίγο πολύ ξέρουμε από την ιστορία ακόμη από Τουρκοκρατίας, την συμπεριφορά  των Αλβανών προς την Ελλάδα μέχρι και σήμερα.
Πέραν  των γνωστών γεγονότων, υπάρχουν κι αλλά που δεν γίνονται γνωστά , αλλά  υπέχουν εθνικούς κινδύνους. Θυμηθείτε το τελευταίο, αλλά χαρακτηριστικό, με τον ποδοσφαιρικό αστέρα, μέλος του ΟΥ-ΤΣΕ-ΚΑ, στην ιστοσελίδα του. Αλλά και πόσες εθνικιστικές οργανώσεις δρουν στην Ελλάδα, κυρίως στην  Ήπειρο. Και το πάζλ συμπληρώνεται με τις κινήσεις των γενίτσαρων των Σκοπίων, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και των αιωνίων γειτόνων εξ ανατολών (Θράκη, Αιγαίο και τελευταία νέες προκλήσεις με την  νήσο Στρογγύλη και Ρω), όσον αφορά βέβαια στα εθνικά θέματα. Για τους λόγους αυτούς απαιτείται πληρέστερη ενημέρωση  του ελληνικού λαού από τους κυβερνώντες και σε κρίσιμες αποφάσεις, να ζητείται η γνώμη του, όπως και μεγαλύτερη προβολή τους από τα μέσα ενημέρωσης, γιατί αφορούν όλους μας. Απαιτούνται δε και άμεσες απαντήσεις στις οποιεσδήποτε προκλήσεις και υπονομεύσεις των εθνικών συμφερόντων. Είναι εθνικό καθήκον.