Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΑΣ - Γράφει ο Ηλίας Προβόπουλος



 
Είχα από πολλά χρόνια στο μυαλό μου να πάω κάποια χρονιά στο «παζάρι της Σωτήρας», όπως λέγεται ακόμα και ας μην διατηρεί τη λάμψη, το φημισμένο παζάρι που γίνονταν το τριήμερο 17-19 Αυγούστου στην πλατανοσκεπή περιοχή κοντά στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, λίγη απόσταση πάνω από την Ανατολική Φραγκίστα.

Τελικά το κατάφερα φέτος και μπορώ να πω με γέμισε όχι μόνο ωραίες εικόνες που έχουν να κάνουν ακόμη με ένα διαφορετικό από τα συνηθισμένα παζάρια, αλλά και ιδέες καθώς εμφανής ήταν η στροφή και αυτή την αγορά αλλά και τη διάθεση των καταναλωτών σε τούτη την κρίσιμη οικονομική περίοδο η χώρα μας και είναι άγνωστο πως θα ξεπεραστεί.
Δεν θα αναφερθώ στο ιστορικό του παζαριού - οι περισσότεροι φαντάζομαι το έχουν ακούσει σαν το μεγαλύτερο στη Δυτική Ευρυτανία και κυρίως ως παζάρι που αφορούσε κυρίως τον κόσμο των Αγράφων και της περιοχής που συνόρευε με την Καρδίτσα και την Αιτωλία που συνδέονταν με την μεγάλη στράτα που μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να γίνει «Παραμεγδόβιος» - ένα όνειρο της Ευρυτανίας που ακόμα να πραγματοποιηθεί.
Βρέθηκα λοιπόν από το ξεκίνημα στο χώρο του παζαριού και η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν να εκτιμήσω την αγορά, ήτοι τα «μαγαζιά» που έστησαν και από τις δυο πλευρές του δρόμου οι πλανόδιοι έμποροι αλλά και ορισμένοι ντόπιοι παραγωγοί καθώς και πολλοί κινέζοι και αφρικανοί μετανάστες οι οποίοι είχαν απλώσει σε υπερβολική έκταση τα εμπορεύματα της τα οποία ήταν κυρίως πλαστικά παιχνίδια και διάφορα φθηνά είδη.
Από τους άλλους, τους πλανόδιους ημεδαπούς οι περισσότεροι έρχονται από χρόνια στο παζάρι, γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα και στην πλειονότητά τους δήλωσαν απογοητευμένοι από την οικονομική κατάσταση: «δεν έχει λεφτά ο κόσμος να ψωνίσει» μου είπαν όλοι και δήλωσαν προκαταβολικά πως δεν περίμεναν να γίνει και τίποτα σπουδαίο και στη «Σωτήρα». Ορισμένοι αναφέρθηκαν στις παλιές καλές εποχές, τότε που δεν είχαν αδειάσει ακόμα τα χωριά της Ευρυτανίας και η «Σωτήρα» ήταν αληθινά το κέντρο της εποχιακής αγοράς για όλη την περιοχή. Παρ’ αυτά δήλωσαν ότι δεν μπορούν να σταματήσουν να εμπορεύονται όσο και να δυσκολέψουν ακόμα οι συνθήκες γιατί αγαπάνε τη δουλειά τους και γνωρίζουν ότι πολύς κόσμος περιμένει να αγοράσει κάτι από αυτούς.
Εννοείται ότι τα εμπορεύματα αυτών των πλανοδίων είναι κυρίως οικιακά είδη, ρούχα και παπούτσια της δουλειάς, εργαλεία πάσης φύσεως, καλλυντικά, φτηνά κοσμήματα εκκλησιαστικά είδη και ένα σωρό άλλα πράγματα που πρίν από μια γενιά πάνω κάτω θα θάμπωναν τα μάτια όλου του κόσμου που θα τα έβλεπε. Σήμερα όμως, όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα είναι προσιτά στον καθένα γιατί απλά, η πρόσβαση στα αστικά ή τα ημιαστικά κέντρα είναι πανεύκολη και ως εκ τούτου ο καθένας μπορεί να τα προμηθευτεί.
Τούτο όμως δεν ισχύει για τα παζάρια γιατί όλοι, από τα παιδιά μέχρι τη γερόντισσα, όλοι θέλουν να αγοράσουν κάτι και τούτο πιστεύω πως οφείλεται στην ανταπόδοση της τιμής κατά κάποιο τρόπο που κάνει ο έμπορας επισκεπτόμενος τον συγκεκριμένο τόπο. Σε γενικές γραμμές, έχει δημιουργηθεί μια σχέση των εμπόρων με τους ντόπιους και πολλοί από τους δεύτερους είναι αυτοί που τους περιμένουν να αγοράσουν από αυτούς κάτι συγκεκριμένο.
Εκείνο όμως που είχε περισσότερο σημασία για τους ντόπιους, ήταν η αγορά που δημιουργούσαν οι παραγωγοί: κτηνοτρόφοι κυρίως και συλλέκτες αρωματικών φυτών και βοτάνων. Οι πρώτοι έφερναν να πουλήσουν αιγοπρόβατα (κάποτε υπενθυμίζουμε πως λειτουργούσε και παζάρι για αλογομούλαρα και αγελάδες αλλά αυτό έχει σταματήσει εδώ και χρόνια) αλλά και τυρί, τσαλαφούτι και μαλλιά. Οι συλλέκτες από την πλευρά τους έφερναν να πουλήσουν τσάι που μάζευαν στα βουνά καθώς και ρίγανη. Ιδιαίτερη ήταν πάντα και η παρουσία των μελισσοκόμων της περιοχής που παράγει πολύ μέλι. Γι’ όλους αυτούς, «το παζάρι της  Σωτήρας», ήταν η μοναδική ευκαιρία που του δίνονταν μέσα στο χρόνο να διαθέσουν οι ίδιοι τα προϊόντα τους και να εισπράξουν ζεστό χρήμα.
Απ’ αυτούς λοιπόν στο σημείο που κατά παράδοση έστεκαν οι κτηνοτρόφοι, είδαμε τις Δήμητρα Χρ. Μιχοπούλου από τη Νιάλα, Καίτη Κουτρουμάνου και Ιφιγένεια Κουτρουμάνου από τη Φτέρη οι οποίες έφεραν τυρί φέτα και το διέθεταν σε δοχεία του 8 κιλών και τσαλαφούτι αλλά δεν είχαν το αποτέλεσμα που περίμεναν γιατί ο κόσμος όπως είπαν «είναι στριμωγμένος» και δεν μπορεί να πάρει πια έναν ολόκληρο τενεκέ. Αντιθέτως, πολλοί ήταν εκείνοι που τίμησαν το τσαλαφούτι της Ιφιγένειας και τούτο είναι επόμενο γιατί λίγοι είναι πλέον εκείνοι οι κτηνοτρόφοι που παρασκευάζουν αυτό το υπέροχο κρεμώδες τυρί το καλοκαίρι.
Το ίδιο πρόβλημα, με την οικονομική κατάσταση του κόσμου είχαν και οι κυράδες από τον Άγιο Δημήτριο, με την μεγαλύτερη απ’ όλες σε ηλικία συλλέκτρια της Ευρυτανίας, Βασιλική Ζαγκότση από τον Άγιο Δημήτριο μαζί με την κόρη της Ελένη Μπαρλά καθώς και τις Κωνσταντίνα Αρκουμάνη από τον Άγιο Δημήτριο επίσης και την Σοφία Σφήκα από το Παλαιοκάτουνο που έφεραν τσάι και ρίγανη. Μαζί τους ήταν και η κόρη της κυρά Βασιλικής, Μαρία Ίβρου που εκτός από τσάι και ρίγανη, είχε φέρει και μέλι από τα μελίσσια που φροντίζει μαζί με τον άντρα της Παναγιώτη.
Κοντά τους ήταν και παλαιότερος που μπορεί να θυμηθεί το παζάρι καθώς έρχεται σε αυτό με τυριά στο παρελθόν και τώρα μόνο με ρίγανη, Δημήτρης Γατζούδης με καταγωγή από τα Επινιανά αλλά κάτοικο Αγίου Βλασίου. Μια άλλη σειρά παραγωγών ήταν οι μελισσοκόμοι, όπως ο Γεράσιμος Αναστάσης που οι ρίζες του κρατάνε από τον Κάτω Μαραθιά και συνεχίζει την παράδοση του πατέρα του καθώς και ορισμένοι άλλοι από τα κοντινά χωριά και την Αιτωλοακαρνανία. Το μέλι τους, ήταν σε καλή τιμή, αλλά και σε αυτούς η κίνηση ήταν περιορισμένη. Κάτι άλλο όμως που δεν πέρασε απαρατήρητο, ήταν ότι μετά από πολλά χρόνια στη «Σωτήρα» φάνηκαν  πάλι μαλλιά προβάτου, από τον Κρέντη μου είπε ο έμπορος Λουκάς Αλεξανδρής που τα πήρε χωρίς να μου διευκρινίσει από ποιόν όμως.
Εκείνο όμως που κινήθηκε στο παζάρι ικανοποιητικά ήταν το φαγητό, από τις ψησταριές που είχαν στήσει ο Κώστας Λάμπρου από την Ανατολική Φραγκίστα, ο Βασίλης Κοντοβάς από το Νεοχώρι καθώς και τα σουβλάκια και τα λουκάνικα που έψηναν πολλοί, μεταξύ των οποίων τα αδέρφια Βαγγέλης και Νίκος Τσιγαρίδας από τον Κρέντη.καθώς και η Μ.  Κουρκουβή με την Βασιλική Τρίκκα από το Κεράσοβο.
Εκείνο δε που χαρακτήρισε ιδιαίτερα το φετινό παζάρι ήταν  η διάθεση του κόσμου για γλέντι, σε σημείο μάλιστα που το Σάββατο το βράδυ να μη σηκωθεί να χορέψει κανένας, και στις δυο ορχήστρες που έπαιζαν. Η μια στο πάνω μαγαζί κοντά στη βρύση και έπαιζε σοβαρά παραδοσιακά τραγούδια και η άλλη, έξω από το εξοχικό κέντρο. Μόνο στη δεύτερη σηκώθηκαν και χόρεψαν μια ομάδα από νέα παιδιά και το κέρασμα των μουσικών δεν ξεπέρασε τα 85 ευρώ. Τούτο γιατί όπως όλοι πλέον έχουμε εμπεδώσει, αφ΄ ενός στην έλλειψη χρημάτων που υπάρχει σε κάθε τσέπη και αφ’ ετέρου στην κακή διάθεση που έχει καταβάλλει όλο τον κόσμο εν αναμονή των δεινότερων μέτρων που ακούγεται ότι έρχονται.  
Σε γενικές γραμμές, το φετινό παζάρι στη «Σωτήρα», αν και σε κρίσιμη εποχή που κρύβει πολλές εκπλήξεις όσον αφορά την οικονομία κινήθηκε ικανοποιητικά και μάλλον περιέγραψε και το μέλλον του. Μέλλον που πρέπει να απασχολήσει τόσο τους εμπορευόμενους, ντόπιους και μετακινούμενους αλλά και την ίδια την κοινωνία όλης της περιοχής γιατί ούτε και αυτή είναι έξω από το χορό της ανέχειας και της ανεργίας που πλήττει ολόκληρη την Ελλάδα. Το πόσο το πήραν το  μήνυμα, σύντομα θα το δούμε…
 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λόγω χώρου και επικαιρότητας, κάποια άλλα στοιχεία και φωτογραφίες από το φετινό παζάρι της «Σωτήρας» θα δημοσιευτούν στα επόμενα φύλλα του «Ευρυτανικού Παλμού».