Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Ιερές αγελάδες - Γράφει ο Γιώργος Σταυράκης

Εμείς οι άνθρωποι έχουμε πάντα την εσωτερική ανάγκη κάποιος να προστατεύει και εμείς με τη σειρά μας να προστατεύουμε κάποιους άλλους.
Αυτό πετυχαίνεται καλύτερα μέσα από την κομματική διαπλοκή , την αμοιβαία και συχνά συμπαιγνιακή αλληλοϋποστήριξη στο άβατο της δημόσιας διοίκησης. Ο όρος ιερές αγελάδες (sacred cows)  πρωτοεισήχθη στην κοινωνιολογία από τον Μαξ Βέμπερ, από το παράδειγμα του ινδικού πολιτισμού, για να σημάνει την αλόγιστη και  μεταφυσική συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι στο ορθολογισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη. Οι Ινδοί π.χ. προστάτευαν τις αγελάδες ως ιερά ζώα με περίσσευμα κοινωνικής υποκρισίας, αλλά, ελάχιστα τους ενδιέφερε η εξαθλίωση των συνανθρώπων τους που πέθαιναν από τον υποσιτισμό και τις αρρώστιες.
Μοιάζει λοιπόν φίλοι μου ότι η απόσταση χιλιομετρική και πολιτιστική δεν είναι δα και πολύ μεγάλη ανάμεσα στην Ινδία και την Ελλάδα, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό. Τούτο διότι, ακόμα και σήμερα, και στις δύο χώρες έχουμε κροίσους που ζούνε ηγεμονική ζωή, αλλά και εξαθλιωμένους φτωχούς που δεν έχουν λίγο γάλα να αναστήσουν τα παιδιά τους. Χιλιάδες προστατευμένοι ασπάλακες για πολλές δεκαετίες σιτίζονταν από το δημόσιο χρήμα χωρίς να αντιπαρέχουν έργο ανάλογο με τον πλουσιοπάροχο μισθό τους στο δημόσιο και τις αμαρτωλές Δ.Ε.Κ.Ο. Μιλάμε, κυρίως, για  κάποιες χιλιάδες επίορκους με πλαστά δικαιολογητικά αυτούς που λέμε αριβίστες εκ πεποιθήσεως. Η σημερινή ΤΡΟΙΚΑ ( το σωστό θα ήταν, ελεγκτές των δανειστών μας) έρχονται να μας υποδείξουν μεθοδεύσεις πώς να βάλουμε τα οικονομικά μας σε μια τάξη. Όσο και αν δεν μας αρέσει αυτό, σε μερικές περιπτώσεις στην επόμενη έλευσή τους διαπιστώνουν, πως συχνά αυτά που υποσχόμαστε δεν τα εφαρμόζουμε. Καλό παράδειγμα ασυνέπειας λόγου και έργου είναι η περίπτωση κάποιων χιλιάδων επίορκων και  άρα, ακατάλληλων να πληρώνονται από τα χρήματα των φορολογουμένων. Αλλά, κακά τα ψέματα, η συνομοταξία  των ιερών αγελάδων βρίσκεται σχεδόν σε ολόκληρη τη δημοσιοϋπαλληλική διαστρωμάτωση. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοούμε στατιστικά, ο μέσος όρος (Μ.Ο) των δημοσίων υπαλλήλων στην Ευρωπαϊκή ‘Ένωση είναι γύρω στο 20% του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα, αυτό το ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο. Με διάφορα λεκτικά τεχνάσματα όπως για παράδειγμα, εφεδρεία, διαθεσιμότητα και άλλα σοφίσματα ροκανίζεται ο χρόνος και «οι ιερές αγελάδες» παραμένουν στη θέση τους και πληρώνονται ακόμα και όταν απεργούν. Οι πολιτικοί προστάτες τους κάνουν καλά τη δουλειά τους. Άλλωστε, δεν γίνεται και αλλιώς , τους δεσμεύει αμοιβαία «κατανόηση»… Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον ιδιωτικό τομέα, τον εργαζόμενο στη βιοτεχνία στο μικρό και μεγαλύτερο μαγαζί όπου βλέπουμε να απολύονται εκατοντάδες κάθε μέρα.
Αυτοί δεν έχουν προστασία από κάποιο πολιτικό κόμμα, δεν ανήκουν στη συνομοταξία των  ιερών αγελάδων. Αλλά, δεν είναι μόνο οι ανεπαρκείς με αμφισβητήσιμα  ουσιαστικά και τυπικά προσόντα. Η Βουλή των Ελλήνων απασχολεί, κατά κοινή ομολογία, υπεράριθμους χρυσοπληρωμένους υπαλλήλους οι οποίοι κατά περίεργη σύμπτωση είναι σχεδόν όλοι συγγενικά  πρόσωπα των πολιτικών μας. Δηλαδή οι πολιτικοί μας (νυν και τέως) που οφείλουν να ξορκίσουν τη μεσαιωνική «κατάρα» του νεποτισμού, πρωτοστατούν στο άθλημα… Να ένας λόγος γιατί εμείς οι Έλληνες ζούμε την πολύπλευρη αναξιοκρατία. Η μεγάλη πλειονότητα των λειτουργιών της πατρίδας μας δεν επιλέχτηκαν με αξιοκρατικό τρόπο, με έλεγχο των προσόντων τους, με δοκιμασία ικανοτήτων και τον απαραίτητο ζήλο για προσφορά. Τους διόρισε το κομματικό αλισβερίσι με την ανταλλαγή ψήφων, και μέσα από την  κάλπη την εξαγορά συνειδήσεων.
Στις προηγμένες, πολιτικά και κοινωνικά, πολιτείες ο επιστήμονας (πτυχιούχος) πρέπει να αποδείξει την αξία του μετά το πτυχίο, δηλαδή στην εργασία που του εμπιστεύεται η πατρίδα του. Στην Ελλάδα το χρησιμοποιούμε σαν ένα είδος διαβατήριο για καλοπληρωμένο διορισμό.