Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Λίμνη Κρεμαστών - 50 χρόνια μετά … Ένα οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο - Του Θωμά Μ. Κώτσια


Το τίμημα της Ανάπτυξης 

Αν στο μύθο της αρχαιότητας ο Ηρακλής νικώντας τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Αχελώο, παίρνει το κέρας σαν σύμβολο της αφθονίας, στα Κρεμαστά η γνώση και η τεχνολογία στα χέρια των ανθρώπων που δούλεψαν εκεί μεταμορφώνουν την ορμή του σε ηλεκτρικό ρεύμα και τα νερά του σε μια τεράστια λίμνη, αλλάζοντας οριστικά το τοπίο και τη ζωή των ανθρώπων που κατοικούσαν κοντά του.



Από το 1955 η Ελλάδα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της με πρώτη προτεραιότητα σ’ ολόκληρη την ελληνική επικράτεια τον εκτεταμένο εξηλεκτρισμό της χώρας. Ανάμεσα στα φαράγγια και τα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας δημιουργούνται γαιοφράγματα και λίμνες που αλλάζουν οριστικά την εικόνα της. Το «ιδανικό» της εκβιομηχάνισης προσθέτει στο ελληνικό τοπίο νέα ιδεολογικά σύμβολα που εξυμνούν το βιομηχανικό πολιτισμό και τις αρετές της τεχνολογίας. Η μονόπλευρη ανάδειξη της νησιωτικής Ελλάδας που θεμελίωσε η μεταπολεμική τουριστική πολιτική, αγνοούσε την ομορφιά της άλλης Ελλάδας που σιγά – σιγά σήμερα ανακαλύπτουμε.
Πριν την έναρξη του έργου ο χώρος των Κρεμαστών και ότι κάλυψαν τα νερά της λίμνης είναι ένα κράμα όπου γη, άνθρωπος, παραδόσεις και το ίδιο το ποτάμι συνθέτουν ένα ενιαίο, σχεδόν κλειστό σύνολο. Η περιοχή διαθέτει μια απαράμιλλη φυσική ομορφιά και παρ’ ότι είναι φορτωμένη με σημαντικά ιστορικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά μνημεία, παραμένει αθέατη και αναξιοποίητη.
Αυτές τις εικόνες του φυσικού χώρου διαδέχονται εκείνες όπου η περιοχή αποψιλώνεται και το τοπίο τεμαχίζεται. Στα Κρεμαστά η φυσική αγριάδα του τοπίου αντιδιαστέλλεται με την επιβλητικότητα του συνεχούς υψούμενου φράγματος και των εργοταξίων που το περιβάλλουν. Γερανοί, βαριά μηχανήματα, αδρανή υλικά, συνθέτουν ένα τραυματισμένο τοπίο με την αθέατη πλευρά που αφορά τη συμμετοχή και των ντόπιων στο έργο.
Τα έργα στα Κρεμαστά σημάδεψαν με θετικές και αρνητικές επιπτώσεις έναν κόσμο που για αιώνες μέχρι τότε ζούσε έτσι όπως ο καθένας ήξερε και μπορούσε με τις παραδοσιακές ασχολίες, τα αγροτικά και την κτηνοτροφία. Όμως η εποχιακή αναζήτηση δουλειάς στο φράγμα, παράλληλα με τις ασχολίες τους σιγά- σιγά τους οδηγεί σε σταθερότερη εργασία, κάνοντας συνολικά επαναπροσδιορισμούς που τους απομακρύνει από το χθες.
Η διαδικασία αναζήτησης μεροκάματου και οι συνθήκες εργασίας καθορίζονταν από σημειώματα παραγόντων της εποχής, ανθρώπων των μηχανισμών και της εξουσίας με αντάλλαγμα τη χειραγώγηση και τον έλεγχο. Το Αγρίνιο αποτέλεσε το κέντρο διερχομένων για τα Κρεμαστά, από εκεί δίνονταν τα σημειώματα για τις εταιρίες όπου η παντοδυναμία του εργοδηγού και του επιστάτη ήταν αδιαμφισβήτητη.
Κάποια οικήματα στον οικισμό πάνω από το φράγμα αλλά και κοντά σ’ αυτό δέχονταν να ξεκουράζουν τα κουρασμένα απ’ τη δουλειά κορμιά των εργατών που συνωστίζονταν σ’ αυτά χωρίς όρια. Μια συμβίωση προβληματική, άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας, κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του βάσανα, συνυπήρχαν σε ασυντήρητα κτήρια, όπου οι πόρτες γίνονταν κρεβάτια και όταν έφευγε ο ένας για βάρδια, πήγαινε να κοιμηθεί ο άλλος. Oι συγκρούσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο.
Η περιοχή μας παρά τους τραυματισμούς και τις αναπηρίες  συμπατριωτών δεν θρήνησε θύματα, από άλλες περιοχές όμως, άνθρωποι στοίχειωσαν με το αίμα τους το έργο φτάνοντας, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΗ, τους 30 νεκρούς τουλάχιστον!!! Για εργατική νομοθεσία και δικαιώματα ούτε λόγος. εκείνα τα χρόνια  κάθε κίνηση για συνδικάτο ήταν αδιανόητη όχι μόνο από τους εργοδότες, αλλά από τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό.
Χαρακτηριστικό δείγμα υποτίμησης των μέτρων ασφαλείας και της ανθρώπινης ζωής από την ίδια την πολιτεία εκείνα τα …δίσεκτα  χρόνια, ήταν η αντιμετώπιση  μιας αυθόρμητης απόπειρας διαμαρτυρίας μετά από εργατικό δυστύχημα με ένα νεκρό στα έγκατα μιας από τις γαλαρίες, όπου έφερε την Επιθεώρηση Εργασίας μόνο μέχρι τα γραφεία της εταιρίας στον οικισμό Ορφανού πάνω από το φράγμα και όχι στον τόπο του δυστυχήματος ενώ έξω από τη γαλαρία ο εργοδηγός απ’ τη μια πλευρά της εισόδου και ο ταμίας της εταιρίας απ’ την άλλη, διάβαζαν τα ονόματα της βάρδιας και οι εργαζόμενοι στη σειρά είχαν να επιλέξουν αν θα μπουν μέσα για δουλειά ή θα περάσουν απ’ τον ταμία για εξόφληση και απόλυση.
Σε αυτή την σειρά έξω από την γαλαρία που έπρεπε «να αποφασίσω με το πιστόλι  στον κρόταφο» βρέθηκα ό ίδιος ο γράφων σαν εργαζόμενος, στη δεύτερη φάση των έργων που συνεχίστηκαν για χρόνια μετά την λειτουργία του φράγματος και την  δημιουργία της λίμνης, σε μια τρυφερή ηλικία βίαιης ωρίμανσης  που σημάδεψε τη ζωή μου και την αντίληψη μου για τον κόσμο, το δίκιο και το άδικο, τα εργατικά δικαιώματα,
Η λαϊκή μας μούσα εκφρασμένη από άγνωστους παραδοσιακούς τραγουδοποιούς και οργανοπαίκτες αποτύπωσε αυτό τον τραγικό απολογισμό σε ένα 45αρι δισκάκι της εποχής του pic-up τότε και γινόταν ανάρπαστο τόσο απ’ τους εργάτες του τεράστιου αυτού έργου όσο και από τους κατοίκους στην περιοχή μας, «Κακό μεγάλο έγινε στα έργα του Αχελώου, σκοτώθηκαν πολλά παιδιά μέσα στις γαλαρίες…..»
Από το ξεκίνημα των έργων η «Astoria», ένα καφέ-μπαρ στον οικισμό πάνω από το φράγμα  ήταν μετά την δουλειά, ο τόπος συνάντησης των συμπατριωτών μας για μια επικοινωνία, ένα τηλεφώνημα. Να πάρουν ή να στείλουν κάποιο μήνυμα ή λίγα χρήματα στην οικογένεια στα χωριά μας που όλο και κάποιος πήγαινε ή έρχονταν.
Η ολοκλήρωση του έργου υπογραμμίζεται απ’ την κυριαρχία των πυλώνων που θα μεταφέρουν το ρεύμα, τις συντεταγμένες σήραγγες εκτροπής, την εγκατάσταση του εργοστασίου παραγωγής, τον τεράστιο υπερχειλιστή.
Το φράγμα δεν είναι μόνο ένα κολοσσιαίο έργο. Η κατασκευή του συνεργεί στη γένεση ενός καινούργιου τοπίου, καθώς η τεχνητή λίμνη δημιουργεί απρόβλεπτους νέους φυσικούς συσχετισμούς. Ο άνθρωπος, βέβαια, από την αρχαιότητα επιχειρούσε το δυναμικό έλεγχο των φυσικών στοιχείων με αναπόφευκτες κοινωνικές και αισθητικές συνέπειες. Η δημιουργία της λίμνης γεννά βίαιες ανατροπές, διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και θέτει αναπάντητα ερωτήματα κατά πόσο ορίζεται φυσικό τοπίο αυτό που απαρτίζεται από φυσικά στοιχεία αλλά δεν είναι όμως αποτέλεσμα φυσικής διαδικασίας.

Ο Ξεριζωμός
Πολλοί που ο τόπος τους θα χάνονταν κάτω απ’ τα νερά της λίμνης έπρεπε να αποφασίσουν για το μετά.
 Ο χρόνος και η λήθη τείνει να σβήσει απ’ τις μνήμες μας τις συγκλονιστικές εικόνες μιας βίαιης ανατροπής και να χαθεί έτσι μία σημαντική πλευρά της ιστορίας των κατοίκων της περιοχής μας. Ο ξεριζωμός των χωριών μας που βρίσκονται στην κοίτη του Αχελώου με τους παραποτάμους του και μέσα στα προβλεπόμενα  όρια της στάθμης της λίμνης , ήταν μια σκληρή δοκιμασία.
Τα παιδιά μας πρέπει να ξέρουν ότι κάτω απ’ τη σημερινή ομορφιά της λίμνης, που η φύση δημιούργησε ξανά και μπορούν σήμερα να χαίρονται, υπάρχουν θαμμένα χωριά, υπάρχουν τα δάκρυα των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν βίαια απ΄ τον τόπο τους, πληρώνοντας το τίμημα του εξηλεκτρισμού και της ανάπτυξης της σημερινής σύγχρονης Ελλάδας.
Το 1963 με την ολοκλήρωση του φράγματος για όσους είχαν χωράφια ή σπίτια που θα έπνιγε η λίμνη, άρχισε η διαδικασία καταγραφής των περιουσιακών τους στοιχείων προκειμένου να αποζημιωθούν. Την ίδια χρονιά η περιοχή μας δοκιμάζεται από πρωτοφανείς  πλημμύρες και καταστροφές, χωριά ολόκληρα χάνονται κάτω από την λάσπη παίρνοντας μαζί τους για πάντα ανθρώπους, όπως στο Μικρό Χωριό με 13 νεκρούς, ένα κομμάτι της Τατάρνας, το παλιό χωριό Παλιοκάτουνο, τα Κέδρα και πολλά άλλα που χαρακτηρίζονται σαν κατολισθήσημα.
 Ο Αχελώος τεράστιος και αγέρωχος δέχεται όλο αυτό τον όγκο νερού, χωρίς αντιπλημμυρικά έργα, έτσι πνίγει στη λάσπη τον κάμπο της  κοιλάδας του κι ένα μεγάλο μέρος απ΄ τα χωράφια που υπήρχαν εκεί δεν ξεχωρίζουν για να καταγραφούν.
Τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπάρχουν και πολλά απ’ αυτά χαρακτηρίζονται σαν ιδιοκτησίας « ελληνικού δημοσίου». Αρκετοί συμπατριώτες μας  οδηγούνται μέσω των κομματαρχών στα γραφεία  των πολιτικών παραγόντων στη γνωστή πελατειακή λογική και σε ένα όργιο επιλεκτικών διευθετήσεων.
Η αυθαίρετη καταγραφή και αποτίμηση των αποζημιώσεων απ’ τη ΔΕΗ ξεσήκωσε αντιδράσεις και  διοργανώνεται συλλαλητήριο διαμαρτυρίας στη γέφυρα στο πνιγμένο πλέον  χωριό  Σίδερα φωτο), όπου συμμετέχουν όλα τα χωριά που ξεριζώνονταν και έχαναν τις περιουσίες τους.
Όμως το μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα της εποχής δεν επιτρέπει τέτοιες «οχλοκρατικές και ύποπτα καθοδηγούμενες εκδηλώσεις» κατά της «καθεστηκυίας και εννόμου τάξεως». Τα τάγματα εφόδου της Χωροφυλακής επιτίθενται στους διαδηλωτές βάναυσα με δακρυγόνα και συλλήψεις και οδηγούν πολλούς στα κρατητήρια και τις φυλακές με βαριές κατηγορίες. Έτσι ένας αγώνας για να έχουν και οι ίδιοι οι κάτοικοι λόγο στον ξεριζωμό τους καταστέλλεται πριν ξεκινήσει…
Χαρακτηριστικό στοιχείο που καταγράφει τη νοοτροπία της εποχής, ιδιαίτερα όσων έχαναν τα σπίτια τους, είναι οι εναλλακτικές προτάσεις της ΔΕΗ για αποκατάσταση των πληγέντων στον κάμπο του Αγρινίου, και κυρίως στα χωριά Μεγάλη Χώρα, Τριαντέικα, κ. α. όπου σήμερα ζουν και προοδεύουν οι συμπατριώτες μας και οι επίγονοι τους
Κυκλοφορούσαν στα χωριά μας οι κατόψεις των σπιτιών που η ΔΕΗ αναλάμβανε την υποχρέωση να παραδώσει στους δικαιούχους όπου προέβλεπαν ένα ή δυο δωμάτια,    κουζίνα και λουτρό.
Με το δικό μας χαρακτηριστικό τρόπο διακωμωδούνταν ιδιαίτερα η ύπαρξη λουτρού(WC) μέσα!!!! στο σπίτι και  εκφράζονταν η βεβαιότητα  ότι όλα αυτά είναι παραμύθια και ότι τίποτα δεν πρόκειται να γίνει, γι’ αυτό καλά θα κάναμε να προτιμήσουμε τις αποζημιώσεις σε χρήμα.
Πολλοί με διάφορους τρόπους πέτυχαν και τα δύο, άλλοι προτίμησαν τα χρήματα.
Βγαίνοντας μόλις η περιοχή μας από μια ανταλλακτική οικονομία όπου οι ανάγκες καλύπτονταν κύρια με ανταλλαγές προϊόντων και ο κόσμος δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με χρήματα και μάλιστα μεγάλα ποσά, για ένα διάστημα είχαμε διάφορα κωμικοτραγικά φαινόμενα αλόγιστης σπατάλης αυτών των χρημάτων χωρίς να πιάσουν τόπο και να αξιοποιηθούν σωστά, ευτυχώς από λίγους.
Οι μπουλντόζες αρχίζουν το γκρέμισμα, τα σπίτια ισοπεδώνονται και μόνο οι εκκλησίες παραμένουν όρθιες από το… «φόβο των Αγίων». Οι άνθρωποί μας μαζεύουν το κουράγιο τους και ότι μπορούν να πάρουν μαζί τους αναζητώντας νέους τόπους να στεγάσουν τα όνειρά τους Οι εικόνες είναι συγκλονιστικές: Οι άνθρωποι αρνούνται την οπισθοχώρηση της παράδοσης μπροστά στον καλπάζοντα εκσυγχρονισμό του οποίου γίνονται θύματα. Φορτώνουν ότι μπορούν να πάρουν μαζί τους, ακόμα και από τα γκρεμίσματα των σπιτιών τους, όπως ξυλεία, λαμαρίνες, πορτοπαράθυρα. Πολλοί δεν μπορούν να τους αποχωριστούν και ξεθάβουν τα κόκκαλα των νεκρών τους. Νέες πατρίδες τους υποδέχονται για να ξαναπιάσουν το κουβάρι της ζωής τους απ’ την αρχή, όχι όμως όπως ήξεραν, αλλά όπως βρήκαν.
Μαζί με το έργο ισοπέδωσης των κτιρίων, για ένα  με δύο χρόνια εκατοντάδες συμπατριώτες μας ανέλαβαν να αποψιλώσουν και να εκμεταλλευτούν τα δάση μέχρι το ύψος της στάθμης που προβλέπονταν να φτάσουν τα νερά της λίμνης. Τσεκούρια, κόφτρες και για πρώτη φορά αλυσοπρίονα αποδεκάτισαν χιλιάδες στρέμματα δάσους με πουρνάρια, αριές, βαλανιδιές, πλατάνια και άλλα είδη ξυλείας  για την παραγωγή  καυσόξυλων και ξυλοκάρβουνου που αναπτύχτηκε σε συνεταιριστική βάση και για πολλά χρόνια αργότερα συνεχίστηκε σαν μια παράλληλη δραστηριότητα και συνέβαλλε στην τοπική οικονομία.        
Η λίμνη άρχισε να κατακλύζει μέρα με τη μέρα τον τόπο. Κάτω απ’ τα νερά της χάνονται για πάντα σημαντικά μνημεία, γεφύρια, εκκλησίες, μοναστήρια, σπίτια, χωράφια, αλώνια.
Από τα διάφορα ξάγναντα στα υψώματα περιφερειακά της λίμνης, οι άνθρωποι  καθημερινά παρακολουθούν την άνοδο της στάθμης και αποχαιρετούν με σπαραγμό αγαπημένα μέρη συνδεδεμένα απόλυτα με την ζωή τους και την ύπαρξη τους
Οι ξεριζωμένοι σφραγίζουν με ένα  τελευταίο θολό απ’ τα δάκρυα βλέμμα τον τόπο τους που θα διατηρείται μόνο στη μνήμη. Οι ηλικιωμένοι δεν θα ξαναγυρίσουν παρά για να ταφούν στα χώματα που έζησαν.
Σε λίγο πάνω απ’ τα σπίτια και τα αγαπημένα μέρη θα περνούν τα φερυ-μποουτ για να τους μεταφέρουν με τα τελευταία υπάρχοντά τους στο νέο τόπο που εγκαθίστανται. Τους δρόμους που διέκοψε η λίμνη αναλαμβάνουν τώρα να συνδέσουν τα φέρυ-μποουτ.
Δύο, τα μεγαλύτερα που ναυπηγήθηκαν επί τόπου θα εξυπηρετήσουν με πορθμείο, για χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή της γέφυρας Επισκοπής, τον οδικό άξονα Καρπενησίου- Αγρινίου (υπάρχουν ακόμα οι προβλήτες κάτω από το χωριό Αι Γιώργης από την πλευρά της Ευρυτανίας και πάνω από το πνιγμένο χωριό Αι Βασίλης από την πλευρά την Αιτωλ/νιας.)
Τα δύο μικρότερα κάθε Δευτέρα και Παρασκευή ξαναζωντανεύουν τις αυτοσχέδιες προβλήτες των παραλίμνιων χωριών από ανθρώπους που ακόμα δεν το παίρνουν απόφαση και πηγαινοέρχονται ανάμεσα στον παλιό και στον νέο τόπο διαμονής, μαζί με ζώα και πράγματα μέχρι την κατασκευή της γέφυρας Τατάρνας, ενός έργου με παγκόσμια κατασκευαστικά ρεκόρ και τεράστιο κόστος για την εποχή, που θα μπορούσε να ονομάζεται και «γέφυρα της ντροπής» αφού για 15 ολόκληρα χρόνια παρέμενε ανεκμετάλλευτη χωρίς δυνατότητες πρόσβασης και οδικής σύνδεσης και από τις δύο πλευρές της.    
Το δρομολόγιο ξεκινά το πρωί  από την προβλήτα του Αι Βασίλη και συνδέει τα χωριά της Ευρυτανίας με αυτά του Βάλτου φτάνοντας μέχρι  τη Σιβίστα και τα στενά παλιά περάσματα του Αχελώου στο δρόμο για Εμπεσό. Επιστρέφει σε μια αντίστροφη πορεία το απόγευμα στον Αι Βασίλη με ανταπόκριση λεωφορείου για το Αγρίνιο .  Οι ανύπαρκτοι δρόμοι της Ευρυτανίας και οι άθλιοι χωματόδρομοι όπου υπήρχαν και  μας συνέδεαν με το μακρινό Καρπενήσι, αναδείχνει τη νέα συγκοινωνία  σαν τη σωτήρια λύση επικοινωνίας για τα παραλίμνια χωριά με το Αγρίνιο, ενώ δεν ήταν λίγα τα δρομολόγια εκτάκτου ανάγκης με  τα αυτοσχέδια φορεία στους ώμους των κατοίκων για να μεταφέρουν ασθενείς στις προβλήτες.
Οι ανατροπές όμως στη ζωή μας σαν συνέπεια αυτού του τεράστιου έργου δεν σταματούν εδώ. Το 1965-67 ο σχηματισμός της λίμνης βάζει σε νέες περιπέτειες τον τόπο μας, αφού οι γεωλογικές μεταβολές που συντελούνται κατά την δημιουργία της  δημιουργούν τοπικούς σεισμούς με πολλούς τραυματίες  και  νέα δεινά σε όσους απόμειναν στα χωριά μας. Πολλά σπίτια κρίνονται κατεδαφιστέα, στα χωριά διατίθεται ξυλεία και υλικά για τις πρώτες στεγαστικές ανάγκες σε παράγκες (μερικές υπάρχουν ακόμα σαν αποθήκες), ενώ πολλά σπίτια που μπορούσαν να επισκευαστούν γκρεμίζονται και χάθηκαν τότε σημαντικά μνημεία της λαϊκής αρχιτεκτονικής της περιοχής.
 Ένα νέο κύμα ξεριζωμένων δίνει την  χαριστική βολή στον τόπο, που μαζί με την φτώχεια  επιδεινώνουν την εγκατάλειψη με μία ανεπίστροφη πορεία μέχρι σήμερα. Χρόνο με το χρόνο οι κάτοικοι λιγοστεύουν, οι νέοι μας αναζητούν μια καλλίτερη ζωή, μετανάστες στο εξωτερικό και στα μεγάλα αστικά κέντρα ή στο Καρπενήσι όπου τους παραχωρούνται οικόπεδα και κάποια δάνεια να στεγαστούν. Νέες οικογένειες δημιουργούνται πλέον σπάνια, τα σχολεία κλείνουν, στα μελαγχολικά καφενεία και στις πλατείες λίγοι απόμαχοι συνθέτουν ένα σκηνικό εγκατάλειψης και παρακμής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ιδιαίτερα σημαντική στην διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης, των τοπίων και των πολιτιστικών και ιστορικών μνημείων που χάθηκαν  καθώς και της τραγικότητας των στιγμών αυτής της βίαιης ανατροπής, ήταν οι φωτογραφίες και το υλικό έτσι όπως καταγράφηκε και σώθηκε από τον αείμνηστο Κώστα Μπαλάφα, έναν από του μεγαλύτερους Έλληνες φωτογράφους της Εθνικής μας Αντίστασης και της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μεγάλο μέρος αυτού του υλικού διατέθηκε από τον φωτογράφο στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης και παρουσιάστηκε σε σχετική έκθεση πριν περίπου μια δεκαετία με τίτλο «Τα αντίρροπα ρεύματα του Αχελώου». μερικές από τις οποίες δημοσιεύουμε. Υπάρχει επίσης και κινηματογραφικό υλικό που προορίζονταν για τα Eπίκαιρα (ήταν φιλμάκια προπαγανδιστικού χαρακτήρα που παίζονταν εκείνη την εποχή στις κινηματογραφικές αίθουσες πριν τις ταινίες) στο οποίο όμως δεν επετράπη η προβολή λόγω της σκληρότητας των εικόνων, σύμφωνα με διαβεβαίωση του ίδιου του Μπαλάφα που είχα την τιμή να γνωρίσω. Το υλικό αυτό με υπόδειξη του Μπαλάφα αναζήτησα στις υπηρεσίες της ΔΕΗ με εντολή της οποίας έγινε η καταγραφη, χωρίς αποτέλεσμα. Ο στόχος ήταν να περιέλθει στα χέρια της τότε Νομαρχίας Ευρυτανίας και των παραλίμνιων δήμων μας και να αποτελέσουν υλικό για την ίδρυση μουσείου της ιστορίας της λίμνης κάπου στην περιοχή μας. Δυστυχώς παρά την αρχικά θετική ανταπόκριση του τότε Νομάρχη και σημερινού βουλευτή καθώς και κάποιων παραγόντων των δήμων, η προσπάθεια αυτή δεν είχε συνέχεια. Ας είναι αφορμή η επέτειος  των 50 χρόνων της λίμνης,  να αναδείξουμε την ιστορίας της σε ένα μόνιμο χώρο.
Τα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας και των επιδοτήσεων δεν στάθηκαν ικανά  να αλλάξουν την μοίρα του τόπου. Το όνειρο του διορισμού στο δημόσιο που συντήρησαν και εξέθρεψαν οι ίδιοι πολιτικοί που μας κουνούν σήμερα το δάκτυλο για τους δημοσίους υπαλλήλους και ψηφίζουν «ναι σε όλα» για να μας σώσουν, δρούσε αποτρεπτικά στο να δημιουργηθούν υποδομές και προϋποθέσεις για να  πιστέψουν όσοι παρέμειναν η ήθελαν να επιστρέψουν και να αξιοποιήσουν με τον κόπο τους. τις όποιες νέες αναπτυξιακές  δυνατότητες διέθετε η περιοχή.
Σήμερα με τις  μνημονιακές πολιτικές, όλα αυτά τα έργα που κόστισαν τόσες δαπάνες, στερήσεις και πόνο για τον  εξηλεκτρισμό και την αναγκαία ανάπτυξη της χώρας μας, παραδίνονται βορά στα νύχια των διεθνών κερδοσκόπων απατεώνων που αποκαλούνται επενδυτές από τους ντόπιους εκπροσώπους τους, πωλούνται όσο-όσο διαψεύδοντας τις ελπίδες όσων θυσιαστήκαν στο βωμό για την αυτοδύναμη ανάπτυξη και για την ανεξαρτησία της χώρας μας. Τα υδροηλεκτρικά φράγματα και ολόκληρη η ΔΕΗ παραδίδονται στα ιδιωτικά συμφέροντα μαζί με όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, τη δημόσια περιουσία και όλα αυτά ονομάζονται σωτηρία της χώρας μας. Τι και αν δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά κάθε χρόνο μετά τα μνημόνια, ξαναγυρίζουν στη λάμπα πετρελαίου και στην ξυλόσομπα, τι και αν το ρεύμα το νερό και άλλες   παροχές όπως η παιδεία, η υγεία, από κοινωνικά αγαθά γίνονται εμπόρευμα, τι και αν το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής μας οδηγεί σε βαθύτερη ύφεση και ανεργία, γι’ αυτούς τώρα είναι η ευκαιρία και δεν θα την χάσουν, οι συνέπειες δεν τους αφορούν, αυτές αφορούν εμάς τα θύματα της πολιτικής τους. Γι’ αυτούς υπέρτατη αξία πάνω από τις ζωές μας είναι το κέρδος, έτσι αντιλαμβάνονται τη «σωτηρία της χώρας», πάνω στα συντρίμμια της κοινωνίας.   Αυτή όμως είναι και η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι της οργής μας για να παρασύρει τα φράγματα και τις όποιες αναστολές και ψευδαισθήσεις  μας συγκρατούν ακόμα και ανεχόμαστε μια καταστροφή που ξαναγυρίζει τη ζωή μας πίσω σε κείνα τα χρόνια και που ξεδιάντροπα  την ονομάζουν «σωτηρία». Θέλω να πιστεύω ότι δεν θα είναι μακριά αυτή η μέρα.
 
  Υ.Γ.
Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το 2003 στο περιοδικό «Απεραντιακά» τεύχος 102 από τον Θωμά Κώτσια υπεύθυνο έκδοσης  του περιοδικού και μέλος τότε του Δ.Σ. του Συλλόγου Απεραντίων, αναφέρονταν όμως στα όρια του τ. Δήμου Απεραντίων. Σήμερα στη μνημονιακή εποχή των μεγάλων ανατροπών και του ξεπουλήματος της ΔΕΗ,  βελτιωμένο απ’ τον ίδιο, με περισσότερα στοιχεία και γενικότερες αναφορές στο σύνολο της περιοχής μας ξαναδημοσιεύεται με αφορμή και τα 50 χρόνια από την μεγάλη κοινωνική και περιβαλλοντική ανατροπή που έφερε η λίμνη στη Δυτική Ευρυτανία και την γειτονική μας Αιτωλοακαρνανία.