Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Στο δάσος με τα μουλάρια - Γράφει ο Ηλίας Γ. Προβόπουλος


Με μικρά νευρικά χρεματίσματα και ανυπομονησία, μας υποδέχτηκαν το πρωί μιας από τις τελευταίες ημέρες του Απρίλη, τα μουλάρια του Κώστα Μονάντερου από τη Νεράιδα (Δολόπων) Καρδίτσας που ήταν δεμένα σε μια ράχη, πίσω από τις στίβες των καυσόξυλων που είχε κόψει ο Δασικός Συνεταιρισμός, στο μεγάλο βελανιδάσος κοντά στον συνοικισμό του Μέγα Λάκκου και είχαν μεταφερθεί στο σημείο αυτό πάνω στην πλάτη τους.


Αν είχαν μιλιά, σίγουρα θα έλεγαν με παράπονο στο αφεντικό τους πως έχουν τσακίσει τα πόδια τους σε αυτό τον δύσκολο τόπο που πρέπει να κινηθούν και υποφέρουν από το βάρος των ξύλων που είναι ακόμα χλωρά αφού δεν ξεπερνούσαν τον ένα μήνα από τότε που κόπηκαν. Αλλά τα μουλάρια, συνδυάζουν δύναμη από τα άλογα και ατέλειωτη υπομονή από τα γαϊδούρια ενώ το δικό τους χάρισμα είναι απλά η αντοχή κι έτσι ότι και να έλεγαν, σε κανενός τα αυτιά δεν θα έφταναν ανεξάρτητα αν γνώριζε τη γλώσσα τους ή όχι .
Όλα αυτά ασφαλώς και τα γνωρίζει ο Κώστας ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος της Νεράιδας, μέλος του δασικού συνεταιρισμού του χωριού και επί πλέον ασχολείται και με τις υπόλοιπες δραστηριότητες  που σχετίζονται με την υλοτομία και το εμπόριο της ξυλείας, ειδικά των καυσόξυλων. Γι’ αυτό και φρόντισε τα τελευταία χρόνια και έκανε μια ομάδα από μουλάρια για τις μεταφορές από τα σημεία κοπής στους χώρους συγκέντρωσης.
Δεν ήταν και εύκολο πράγμα για τον Κώστα να κάνει αυτή την ομάδα καθώς σε όλη την περιοχή της λεκάνης του μέσου ρου του Μέγδοβα που δραστηριοποιείται, δεν υπάρχει μουλάρι ούτε για δείγμα και γι’ αυτό έτρεχε στα παζάρια και άνοιξε επικοινωνία με τους επαγγελματίες του είδους από τα ορεινά χωριά της Λάρισας και των Γρεβενών που κυριαρχούν σε αυτό το χώρο. Ακόμη και στους τσιγγάνους, ορισμένοι από τους οποίους ασχολούνται με το εμπόριο και τις ανταλλαγές τέτοιων ζώων κι έτσι σιγά - σιγά έφτιαξε μια ομάδα από εννιά μουλάρια και με αυτά αναλάμβανε δουλειές στην περιοχή του.
Στην αρχή το έκανε από μεράκι, γιατί θυμόνταν τα όχι και τόσο παλιά χρόνια που το χωριό του ήταν γεμάτο από μουλάρια, για μεταφορές και για όργωμα και του άρεσε αλλά στην πορεία διαπίστωσε πως κάτι τέτοιο δεν είναι και τόσο απλό γιατί μια τέτοια ενέργεια απαιτούσε μεγάλο κόστος αφού ένα μουλάρι που εργάζεται δεν τρέφεται μόνο με άχυρα και ήθελε και κριθάρι και φυσικά προστασία από τα άγρια ζώα που έχουν πολλαπλασιαστεί πολύ κατά τα τελευταία χρόνια και κατεβαίνουν μέχρι το χωριό και συχνά το χειμώνα φαίνονται οι πατημασιές τους στο χιόνι, έξω από το στάβλο που τα έχει κλεισμένα.
Τα έλαβε όλα αυτά υπ’ όψιν και ξεκίνησε με τη χαρά ότι σύντομα θα είχε τα δικά του μουλάρια να κάνει τις μεταφορές του όποια εποχή του χρόνου ήθελε, όπως τη φετινή για παράδειγμα που έκοψαν αρκετά νωρίς τα ξύλα οι χωριανοί του. Έτσι μέσα σε δυο χρόνια απέκτησε εννιά ζωντανά, επτά μουλάρια και δυο άλογα (μια φοράδα, τη Μάτσια που δεν κάνει και τόσο για τη δουλειά γιατί ξεσηκώνει τα άλλα ζωντανά και ένα άλλο ακόμη κάπως γερασμένο, τον Μάρκο). Από τα άλλα μουλάρια τα ονόματά που ακούνε, γιατί κανένας δεν ξέρει πως ήταν το πρώτο όνομα που τους έδωσε ο ιδιοκτήτης τους, είναι Ρούλης, Άρης, Κίτσιος, Αράπω, Ψάρω, Μαρίκα, Μάρκος και πάλι Αράπω και τα οποία τα λέει έτσι είτε λόγω των φυσικών τους χαρακτηριστικών είτε από συνήθεια να λέγοντα τα μουλάρια με κάποια συγκεκριμένα ονόματα ανθρώπων ενώ οι τιμές που τα αγόρασε ποίκιλαν, ανάλογα με την ηλικία, το μέγεθος  και φυσικά την προσαρμοστικότητα του ζωντανού στις εκάστοτε συνθήκες μεταφοράς.
Με αυτά τα μουλάρια λοιπόν ο Κώστας ανέλαβε πριν από το Πάσχα να μεταφέρει τα ξύλα που έκοψε ο Δασικός Συνεταιρισμός του χωριού σε ένα όντως δύσκολο τόπο, γεμάτο μεγάλο κοτρώνια και ανηφόρα που τσάκιζε τα φορτωμένα ζωντανά. Κριτσίπι, είπε λένε στα μέρη του αυτό τον δύσκολο τόπο αλλά δεν μπορούσε να μου εξηγήσει τι ακριβώς σημαίνει και σε ποια γλώσσα. Τούτα δεν είχαν καμιά σημασία και το μόνο που τον απασχολούσε ήταν πως θα τέλειωνε το κουβάλημα πριν από το Πάσχα και γι’ αυτό κάθε ημέρα περί  επτά - οκτώ δρομολόγια. Μαζί του για το φόρτωμα και το κουβάλημα είχε τον νεαρό Κώστα Μακρή και τον Γιώργο Λίτσια, από το χωριό Γκούρα κοντά στο Μπορέλι της Αλβανίας που ζει παραπάνω από 14 χρόνια στην Ελλάδα και δουλεύει κυρίως στα δάση και στα ξύλα.
Την ημέρα που πήγα μαζί τους, ο Κώστας με τον Γιώργο είχαν αναλάβει τα φόρτωμα, ένα δύσκολο έργο σε επικλινές έδαφος και με δύσκολα ζώα (η Αράπω για παράδειγμα ήθελε κουκούλωμα γιατί αλλιώς δεν κάθονταν να τη φορτώσουν) ή ένα άλλο ήθελε νε βλέπει ανάποδα  και μακριά στο δάσος. Κάθε ένα πάντως ήθελε τον δικό του τρόπο στο φόρτωμα και τούτο φανέρωνε πως δεν είχαν εκπαιδευτεί όλα το ίδιο να κάνουν αυτή τη δουλειά και την ποικιλία όσον αφορά την δουλειά τους στα προηγούμενα χρόνια. Τα ζωντανά αφού φορτώνονταν από τον μικρό Κώστα και τον Γιώργο ξεκινούσαν κάθε ένα μόνο του και πήγαιναν στο σημείο που τα ξεφόρτωνε και τα στοίβαζε σε μακριές σειρές ο Κώστας. Είχαν μάθει από την πρώτη ημέρα το δρομολόγιο κι έτσι δεν τα ακολουθούσε κανένας,  μόνο στο τελευταίο πήγαινε κοντά ο Κώστας για να τε φέρει πίσω για φόρτωμα ενώ ο Γιώργος έμεινε να βγάλει τα ξύλα από τα σημεία που τα είχαν παρατήσει οι υλοτόμοι και κατά ομολογία όλων δεν ήταν και ο καλύτερος, όπως καταλάβαινε και ο πλέον αδαής περί αυτών των πραγμάτων.
Έτσι έγινε στο πρώτο δρομολόγιο και όλα πήγαν ρολόι. Έτσι ξεκίνησε και το δεύτερο δρομολόγιο αλλά όταν έβαλαν μπροστά τα ζωντανά για να επιστρέψουν στο σημείο φόρτωσης είδαν πως έλειπε, ο Άρης, ένα κοντό αλλά δυνατό μουλάρι. Α, είπαν, θα πήγε προς τη φοράδα που την είχαν δεμένη στην κορυφή της πλαγιάς όπου συγκέντρωναν τις προηγούμενες ημέρες τα ξύλα. Το είχε ξανακάνει μια άλλη μέρα ο Άρης, πήρε φορτωμένος καρφί τον ανήφορο και πήγε εκεί για να βρεί κριθάρι. Γι’ αυτό πήγε ως εκεί ο Κώστας αλλά δεν τον βρήκε. Α, κάπου θα ξέκοψε είπαν και περιμένει να πάμε να τον μαζέψουμε, είπαν και ξεκίνησαν να πάνε με τα άλλα στο σημείο φόρτωσης.
Τότε ήταν που είδαμε όλοι τον Άρη, φορτωμένο και πεσμένο ανάποδα μέσα στη μοναδική γούρνα του μικρού ρέματος και σε ένα σημείο που ενώ ήταν δίπλα στο μονοπάτι, δύσκολα διακρίνονταν. Φωνάξαμε και ήρθαν όλοι και έκαναν μια προσπάθεια να βγάλουν το μουλάρι από τη γούρνα κόβοντας τα σχοινιά που κρατούσαν το σαμάρι αλλά ήταν ήδη αργά. Το μουλάρι, που άγνωστο για ποιο λόγο έπεσε, είχε ήδη εκπνεύσει από σπάσιμο του λαιμού του όπως διαπίστωσε ο Κώστας που είχε μεγαλύτερη εμπειρία από τους άλλους για στα ζωντανά. Έτσι το μόνο που περιοριστήκαμε να κάνουμε ήταν να τραβήξουμε το άτυχο ζωντανό έξω από τη γούρνα και να σκεφτούμε πώς θα το θάψουμε μετά για να μην βρωμίσει το ρέμα και όλος ο τόπος γύρω.
Ο Κώστας Μονάντερος αντιμετώπισε με ψυχραιμία το ατύχημα, «συμβαίνουν αυτά με τα μουλάρια» είπε αλλά δεν μπορούσε να κρύψει την στεναχώρια του και για την οικονομική ζημιά, πάνω κάτω ένα χιλιάρικο κοστολογούσε τον Άρη και για την απώλειά του δεν  θα τον αποζημίωνε κανένας αλλά και για το ίδιο το ζωντανό που είχε ένα τέτοιο θάνατο. «Δεν πειράζει, το απόγευμα θα πάρουμε έναν άλλο Άρη» και το εννοούσε γιατί είχε ήδη κλεισμένο ραντεβού με έναν τσιγγάνο που εμπορεύονταν ζώα για να δώσει τη φοράδα Μάρτσια και να πάρει ένα άλλο. Έτσι η θέση του Άρη δεν θα έμεινε κενή και δεν θα χάλαγαν τα σχέδιά του να δημιουργήσει ένα δικό του κοπάδι μεταφοράς ξύλων στα Άγραφα.
Πέρα από αυτά όμως το ζήτημα με τα μουλάρια του Κώστα Μονάντερου, θέτει εκτός από το θέμα της αποζημίωσης από τον ΕΛΓΑ του ζωντανού που παθαίνει ατύχημα και είναι δύσκολο να το αντικαταστήσει κάποιος που ζει από αυτή τη δουλειά και το θέμα της ζωντάνεψης του δάσους και της διατήρησης των μονοπατιών καθαρών με όλα τα ευνοϊκά επακόλουθα που έχει μια τέτοια δραστηριότητα για την προστασία του δάσους και την αναψυχή. Κι ακόμη, με τη λειτουργία των μουλαριών για τις μεταφορές των ξύλων απομακρύνεται η περίπτωση να εισβάλλουν μπουλντόζες στο δάσος για να ανοίξουν δρόμους που θα μεταφέρουν τα ξύλα βαριά αυτοκίνητα.