Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΑΛΛΟΙ ΕΧΟΥΝ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΧΑΡΗ του Νάκου Μοτσεριώτη

Κακό μεγάλο έγινε
πάνω εκεί στη ράχη
εκεί που κάποτε ήτανε
τόσοι πολλοί οι βλάχοι

Τους λύκους κάποιος σκότωσε
έτσι είπανε όλοι
και το επιβεβαίωσαν
κι αυτοί οι οικολόγοι

Ποιος να ‘τανε δεν ξέρουμε
τέτοιο κακό να κάνει
που άλλος κάνει τη ζημιά
κι άλλους ο νόμος πιάνει



Περάσανε τρεις κυνηγοί
κακό τους χρονανάχι
κάτω σαν κατεβαίνανε
απ’ την ψηλή τη ράχη.

Βρήκανε κάποιο μακελειό
τρεις λύκους σκοτωμένους
φωτογραφία βγάλανε
σαν τους αφηρημένους

Να δείχνουν τάχα θέλανε
ότι κι αυτοί μπορούνε
τους λύκους να σκοτώσουνε
αν τύχει και τους δούνε
Μα άλλοι κάποιοι σκότωσαν
και κάναν τη θυσία
ίσως ήταν απ’ τ’ Άγραφα
ή απ’ τη Θεσσαλία

Ρε σεις εκείνος θάτανε
ο κυνηγός ο Γιάννος
αυτός μωρέ τον ξέρετε
ο γεροαμερικάνος.

Ας είναι γέρος το μπορεί
αυτός είναι ξεφτέρι
αυτός είναι που χάλαγε
του Μούσια το καρτέρι
(για όσους ξέρουν)

Αυτός ίσως να πέρασε
σαν πήγαινε κυνήγι
και είδε δυο τρία πρόβατα
να κόβουνε οι σκύλοι

Αν ήξερε τι ήταν αυτό
κι όχι κάποιο κοκόνι
τρέχοντας πια θα γύριζε
και πάλι στη Βοστώνη

Σαν θα γεράσει ο άνθρωπος
κι όταν περνούν τα χρόνια
βλέπει τους λύκους για σκυλιά
σαν άχρηστα κοκόνια

Άκουσε όταν ήταν μικρός
ο λύκος ότι χαβώνει
και μόνο με τ’ αριστερό
να ρίχνεις το κοτρόνι.

Άλλοι πληρώνουν τη ζημιά
τους πήρανε παρέα
τους δέσανε πιστάγκονα
για τον εισαγγελέα.

Σωτήρη λένε τον ψηλό
και να μην το ξεχάσεις
Αυτός δεν κυνηγά ποτέ
άλλο από τις φάσες.
Λύκο δεν είδε ζωντανό
δεν ξέρει σαν τι μοιάζει
κι όταν για λύκους συζητούν
στα πόδια αυτός το βάζει.

Τις φάσες ας λέει δεν ειν’ καλός
δεν ξέρει να σκοτώνει
κι αν είναι τρεις παίρνει τις δυο η άλλη του γλυτώνει

Να περπατήσει δεν μπορεί
κι ας έχει μεγάλη αρίδα
δύο πατσιές κάνω εγώ
και εκείνος κάνει μία.

Ο Λάμπρος δεν είναι κυνηγός
τέτοια αυτός δεν ξέρει
ούτε παγάνα αυτός μπορεί
ούτε και για καρτέρι

Πάμε του είπαν έλα κι συ
γκόμενες να ξεχάσεις
κοσίφια θα βαρέσουμε
αν δεν περνούν οι φάσες.

Και λέει ο κακόμοιρος
τι τα ‘θελα ο καημένος
αυτοί με πήγαν για μαλλί
και βγήκα κουρεμένος

Ντορούς δεν ξέρει για να δει
δεν ξέρει να τους διαβάζει
κι αν πάρει κάποιον σύντομα
μεσ’ στο μαντρί τον βγάζει

Τρέχει στο δάσος εδώ κι εκεί
γυρίζει τα λιμέρια
κι οι άλλοι τους οι πονηροί
κάθονται στα καρτέρια

Ο Γιάννης πάλι τι ‘ναι αυτό
για κυνηγός δεν κάνει
όπλο ποτέ δεν σήκωσε
μόνο την κλίτσα πιάνει

Στα πρόβατα εδώ κι εκεί
γυρίζει ο καημένος
και τώρα πάει στο δικαστή
και αλυσοδεμένος

Αυτός δεν ξέρει τίποτα
άδικα πάει στη δίκη
μόνο εξήντα πρόβατα
του φάγανε οι λύκοι

Παγάνα σαν φιλάει αυτός
ο λόγγος είναι δικός του
τρία καρτέρια τρέχοντας
φιλάει μοναχός του
Γουρούνια αυτός σαν κυνηγά
και εμπλοκή του κάνει
την καραμπίνα την πετά
κι απ’ την ουρά τα πιάνει

Να μαζευτούν όλοι οι βοσκοί
που πράματα έχουν χάσει
να κάνουν τέτοιο θόρυβο
ο κόσμος να χαλάσει

Να ‘ρθουν όλοι οι υπεύθυνοι
να πουν ποιοι είναι οι λόγοι
που έκαναν τον τόπο μας
τσιφλίκι οι οικολόγοι

Ντόπια κατσίκια θέλουνε
να έχουν πάση θυσία
μα έτσι αν συνεχίσουνε
θα ‘ναι από Ζηλανδία.

Κι οι χωρικοί που πρόβατα
βοσκούσαν τόσα χρόνια
θα καταλήξουν να ζητούν
 βοήθεια από την Πρόνοια

Που ήταν οι κάμερες
τα μακελειά σαν γίναν
που οι λύκοι εξήντα έκοβαν
και δέκα μόνο αφήναν;

Λύκους αν θέλουνε αυτοί
και σκαν’ απ’ το κακό τους
πέστους να τους κρατήσουνε
στον κήπο το δικό τους.

Εδώ κατσίκια είχαμε
πρόβατα και γελάδια
και βάζανε τα ρέματα
απ’ τα πολλά κοπάδια

Οικολογία να θέλουνε
και όχι πια τα γίδια
ας πάν να καθαρίσουν
κάμποσα απ’ τα σκουπίδια

Θα ήτανε ευπρόσδεκτοι
αν ‘ρχόταν και ζητούσαν
οι ντόπιοι τα σκουπίδια τους
παντού να μην πετούσαν

Λύκους δεν είχαμε ποτέ
ούτε διακόσια χρόνια
και θα τους βλέπω πάντοτε
ΣΑΝ ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΟΚΟΝΙΑ!!!