Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΡΘΙΑ - Του Νάκου (Μάκκα) Μοτσεριώτη

Είναι πρωί, ψυχρούλα, βοριαδάκι, ησυχία. Αυχένας περιοχή, μικρό δρομάκι που περνούσαν παλιά φορτωμένα ζώα. Δάσος με διάφορα δένδρα αλλά ακριβώς εδώ είναι μια μικρόφυλη βελανιδιά (μεράδι) μεγάλο δένδρο παλιό, λένε οχτακοσίων χρόνων και βάλε. Δίπλα μια πλατίτσα πεντακοσίων χρόνων (μεγάλο φύλο βελανιδιά). Κάτω ακριβώς ένα πουρνάρι περίπου 80 χρόνων. Καλημέρα γείτονες λέει το μεράδι και αρχίζουν την καθημερινή τους ρουτίνα. Συζητούν για τον καιρό, λένε για τη ζωή τους και το πεπρωμένο. Λένε πως είναι από το Θεό, ότι πρέπει να καίγονται μετά το θάνατό τους για να ζεσταθούν οι άνθρωποι όταν κάνει κρύο, λένε πως είδανε πολλούς ανθρώπους που πέρασαν και ζούσαν σ’ αυτά τα μέρη.
Λένε για την μεγάλη πυρκαγιά που παραλίγο έλειψε να καούν χλωρά. Μιλούν για πολλά θέματα, πολιτικά και όχι. Ξαφνικά ακούγονται πατημασιές, κάποιος έρχεται. Οι άλλοι ρωτούν το Μεράδι, τί βλέπεις, ποιος είναι; Δεν ξέρω, λέει το Μεράδι, μοιάζει σαν κάποιον στο σόι, μα δεν ξέρω. Κρατάει κάτι περίεργο δεν είναι γκλίτσα ούτε αυτό που βροντάει και βγάζει φωτιά, κάτι άλλο πιο μεγάλο, πιο βαρύ. Εμένα κοιτάει, γιατί με κοιτάει γύρω - γύρω; Τι σκοπό έχει; Και μετά βροοομμ: τι είναι αυτό βρε; Έρχεται πάνω μου. Αρχίζει να με κόβει. Όχι ρε! Μη ρε! Όχι - όχι. Αχ φίλοι μου με τελειώνει. Πάω φεύγω. Συχωράτε με αν έριξα ίσκιο πάνω σας άθελά μου. Φίλοι μου έχετε γεια. Τρέμει το πουρνάρι. Φοβάται ότι είναι η σειρά του. Και ακούγεται ένα τεράστιο γρημπουουουου. Γεμίζει η πλαγιά κλωνάρια, ακούγεται ένα χαιρέκακο γέλιο και μετά λέει: «Το ‘ριξα  όπως το ‘θελα. Θα πάρω 3-4 κατοστάρικα αν καταφέρω να το περάσω στην πόλη».
Έτσι κόβει, κουβαλάει, φορτώνει, ενώ τα άλλα δένδρα εύχονται να μην είχαν μεγαλώσει εκεί που είναι προσιτά αλλά κάπου, σε κάποια ρεματιά, και ας χάνανε τη θέα που έχουν πάνω στη ράχη. Έξι μήνες περνούν, η πλατίτσα συζητά με το πουρνάρι. Θυμούνται το φίλο τους και λένε: Δεν ήταν πολύ μεγάλος. Καμιά οχτακοσαριά χρονών είχε διακόσια ή και παραπάνω ακόμη χρόνια να ζήσει.
«Θυμάσαι τα δύο κλωνάρια του προς τα κάτω, τα ξερά που τα άπλωνε για να κάθονται τα όρνια, οι αετοί, οι φάσες, οι κυριαρίνες και τόσα πουλιά. Τώρα θα καίγεται σε κάποια τζάκια, στης πόλης τα σαλόνια, από ανθρώπους που ανάβουν τα τζάκια για να δείξουν στους φίλους τους, όχι για ζέστη, γιατί έχουν άλλους τρόπους να ζεστάνουν τα σπίτια τους…». Εκεί που τα λένε αυτά το πουρνάρι αρχίζει να τρέμει και λέει: «Κα-κα-κάποιος έρχεται και κάτι κρατάει. Η βελανιδιά προσπαθεί να το καθησυχάσει, του λέει: «Κάτσε να δούμ». Μετά λέει: «Δεν κρατάει αυτό το καταραμένο εργαλείο, κάτι άλλο είναι, κάτι σαν όπλο. Μοιάζει με κάποιον…». «Μην φοβάσαι, λέει στο πουρνάρι. Νομίζω τον ξέρω. Αυτός είναι. Έχω πολλά χρόνια να τον δω. μα είναι αυτός. Μεγάλωσε, άσπρισε, αλλά γιατί σταμάτησε, κοιτάει γύρω του, σκύβει, κάτι ψιθυρίζει, κάτι λέει, κάνε ησυχία ν’ ακούσουμε». «Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί λέει η πλατίτσα αλλά λέει: «Τους άχρηστους, τα χαμένα κορμιά». «Κατάλαβα, λέει το πουρνάρι, τάχει με αυτούς που κόψαν τον φίλο μας πριν την ώρα του. Αλλά δεν τον θυμάμαι ποιος είναι». Και λέει η πλατίτσα: ήσουν μικρός, ένα - δυό μέτρα τούφα. Πρέπει να θυμάσαι όμως που ερχότανε και κάθοταν στην στραβή την ρίζα μου πίσω από σένα για να μην τον βλέπουν οι κυριαρίνες και τις κτυπούσε, σαν μικρός με μια φίστα του παππού του (μποστογιομή), μετά με κάποιο μονόκανο του πατέρα του, μετέπειτα κάποιο με δίκανο και τώρα έχει κάποιο καινούργιο μοντέλο που πυροβολεί πολλές φορές». «Να τος έρχεται και ξανακάθεται στην ρίζα μου. Σκυμμένο το κεφάλι δακρυσμένα μάτια και επαναλαμβάνει πάντα το ίδιο». «Οι άχρηστοι, τα απορρίμματα, τα χαμένα κορμιά». «Μην φοβάσαι αυτός μας αγαπά δεν θα μας πειράξει. Αγαπάει την φύση. Αγαπά τον τόπο αυτό. Μακάρι να ‘ταν πολλοί τέτοιοι. Σηκώνεται περπατάει κοιτάει το απόκομμα από τον φίλο μας και φτύνει γυρίζοντας πίσω να δει μερικές φορές, λες και κάτι του λείπει. Θυμάται το μεράδι, την ομορφιά του, τα μεγάλα κλωνάρια του, τον ίσκιο που έκανε τα καλοκαίρια. Βλέπει στο μυαλό του τον πατέρα του, τον παππού του, τους μπαρμπάδες του. (Ένας ίσως ο πατέρας αυτουνού που το έκοψε). Βλέπει τους περαστικούς να σταματούν για δέκα λεπτά ξεκούρασης για μια ανάσα κάτω στον ίσκιο του». Μάλιστα παρότι είμαι δένδρο ξέρω τι λέει μέσα του και θα σας το πω: «Πώς είναι δυνατόν να το κάνουν αυτό; Δεν υπάρχει ίχνος σεβασμού προς τη φύση; Δεν υπάρχει αίσθηση για το ωραίο; Θα μπορούσε να κόψει κάποιο ξερό δένδρο και όχι το χλωρό, όχι το σημαδιακό, όχι αυτό που τόσοι και τόσοι προηγούμενοι αγάπησαν, σεβάστηκαν, θαύμαζαν. Όχι αυτό. Ή μάλλον όχι κανένα που έχει πολύ ακόμη ζωή».

Τη φύση αν την αγαπάς
και λες πως την πονάς
άστηνε, φτιάχνει μόνη της
εσύ μην την χαλάς.