Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

ΜΟΥΣΙΚΗΣ… Ο ΛΟΓΟΣ του Ηλιόπουλου Αναστάσιου, εκπαιδευτικού αποσπασμένου στα Γ.Α.Κ. Ευρυτανίας

Όπως σας είχαμε υποσχεθεί, σήμερα θα γνωρίσουμε τον παλαιότερο εν ενερ-γεία μουσικό του Καρπενησίου. Καθόσον η ονομαστική του γιορτή πέρασε και τα γενέθλιά του εγγίζουν, δεν μπορούμε να του αντιδωρίσουμε κάτι για τις ατέλειωτες ώρες ψυχικής ευφροσύνης που μας έχει προσφέρει, παρά μερικές γραμμές, από τον δικό του λόγο κι αυτές, για να θυμούνται οι ηλικιώτες, οι συνομήλικοι και να μαθαί-νουν οι νεώτεροι… Το 2006 στα πλαίσια προγράμματος που είχε αναλάβει η τότε Β΄ Γυμνασίου με θέμα την εργασία, ο γράφων σε συνεργασία με τον καθηγητή Νίκο Γκούρλη και τους μαθητές Ελευθερία Δημητροπούλου, Φωτεινή Ζαχαροπούλου, Αλατάρη, Αλε-ξάνδρα Καμαρέτσου, Αγαθή Γαβρίλη, Γιάννη Γενιτσαρούπουλο και Χριστίνα Δου-λαβέρη συναντήσαμε τον κ. Γιώργο Γαβρίλη στο σπίτι του και του υποβάλαμε πά-μπολες ερωτήσεις, οι απαντήσεις των οποίων τροφοδότησαν την συγγραφή του πα-ρόντος άρθρου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ η «Μητρούκας»
Ο Γιώργος Γαβρίλης γεννήθηκε στην Ανιάδα στις 20 Μαΐου του 1926. Το πα-ρατσούκλι «Μητρούκας» το πήρε από τον πατέρα του «Μήτρο» (Δημήτριο), που ή-ταν πεταλωτής και λαϊκός μουσικός (βιολιστής):
Έλεγαν τον πατέρα μου Μήτσο. Και τα παλιά τα χρόνια έλεγαν «Γειά σου, ρε Μήτρου !» Μή-τρου !  Γεία σου, ρε Μήτρου ! Κάποιος έβαλε κι ένα «κα». Ποιός ήταν αυτός που έβαλε λοιπόν ; (γέλια) Κι εγώ για νά ΄μαι ειλικρινής, δηλαδή, έχω και πρόβλημα τώρα, δεν μπορώ να βάλω (το Γαβρίλης)... Δεν ήθελαν.... ούτε η ορχήστρα η δική μου δηλαδή, ούτε και τα αφεντικά που πάαινα να δουλέψω, για να βάλω το Γαβρίλης Γιώργης. Λόγω επαγγέλματος. Λέει όταν θα βά-λουμε το Μητρούκας θα ρθούνε 5, 10, 20. Άμα θα βάλω το Γαβρίλης, δε σε ξέρει κανένας. Από εκεί ξεκίνησε.
Το πρώτο του όργανο ήταν το νταουλάκι. Μέχρι σήμερα συνοδεύει αριστουργηματι-κά ζυγιές άλλων οργάνων.
Τα δύσκολα χρόνια
Σχολείο παρακολουθεί μέχρι την Στ΄ Δημοτικού. Με τα γεγονότα του εμφυλίου, της αλληλοσφαγής, βρίσκεται για 6 μήνες στο αντάρτικο (χωρίς τη θέλησή του) και ακολούθως φυγαδεύεται όλη η οικογένεια στο Καρπενήσι:
[…] Η αλληλοσφαγή µεταξύ µας, αντάρτες και Έλληνες. […] …µετά µε πήραν στο α-ντάρτικο, ήθελα δεν ήθελα. Πήραν τον πατέρα µου και άλλους ανθρώπους, τους κλείσαν µέσα στο σχολείο, γιατί δεν ακολουθούσαµε το αντάρτικο. Μας έκαναν εκβιασµό. Ή ακολουθούµε ή µας καίνε. Τελικά πέντε έξι (5-6) µήνες ακολούθησα. Πόσο ήτανε ακρι-βώς το χρονικό διάστηµα δεν θυµάµαι. Έκανα και τον άρρωστο. Δύο µήνες κάπνισα τσι-γάρο µε ζάχαρη, για να µην έχω δυνάµεις, αντοχές, για να κατέλθουµε, να αρρωστήσω, να µείνω πίσω. Με στείλανε στο χωριό Ψιανά, αν το ξέρετε που είναι ... πίσω απ' την Α-νιάδα είναι. Εκεί οι αντάρτες είχαν ένα σπίτι και το χρησιµοποιούσαν σαν νοσοκοµείο, και κάθισα εκεί µια βδοµάδα Και από κει µου δώσαν αναρρωτική αδειούλα και πήγα στο χωριό. Μόλις πήγα εκεί, µια ωραία βραδιά λέει ο πατέρας µου, να πάρουµε το «κόνισµα της Παναγίας» και να φύγουµε νύχτα. Από πού να φύγουµε και πώς να φύγουµε και πώς να έρθουµε εδώ. Τα πράµατά µας όλα τα παρατήσαµε εκεί, ότι είχαµε και δεν είχαµε. Πράµατα είχαµε (ζώα) κάτι γίδες, γελάδες, είχαµε νοικοκυριό φτωχό. Το 1947-48 έγινε αυτό. Με το βιολί από κοντά ήρθαµε εδώ (στο Καρπενήσι). Εδώ δεν είχαµε ούτε σπίτι, σε µια σκηνή µέναµε. Ο πατέρας µου είχε έναν αδερφό στις «Παπαδάτες» στη Μακρυνεία, στο Αγρίνιο, έκατσα εκεί λίγο καιρό και από εκεί πήγα φαντάρος στις 10 Ιανουαρίου 1949. Πήγα εκεί, το βιολί µαζί µου.
Τρία χρόνια πήγε φαντάρος, το βιολί το ξαναπιάνει το 1953, ενώ η οικογένεια επαναπατρίζεται και εγκαθίσταται μόνιμα στο Καρπενήσι.
…Το βιολί µε έσωσε από σκοπιές, από ταλαιπωρίες. «Γεια σου µαέστρο !»  µου έλεγαν. Τρία χρόνια φαντάρος, 1950 επαναπατρισµός, η µάνα µου µε τον πατέρα µου και την αδερφή µου ήρθαν εδώ. Έγινε η απελευθέρωση από τους αντάρτες· με λίγα λόγια έγινε συµφιλίωση. Δεν είχαµε ούτε βραδιάς ύπνο. Ο πατέρας µου όµως ήταν «πεταλωτής» και τότε ήταν πάρα πολλά ζώα. 'Άνοιξε «πεταλουργείο» εδώ το ’50. Είχαµε γνωριµίες µεγάλες µ’ όλα τα χωριά. Ήταν πολύς κόσµος τότε στα χωριά της Ευρυτανίας. 30, 40 χιλιάδες. Καραβάνια τα ζώα τότε. Σιγά-σιγά ήρθα και ‘γω από φαντάρος. Ξεχάσαµε το πολιτικό. Ήρθαµε εδώ και αγοράσαµε αυτό το οικόπεδο πού µένουµε. Δεν είχαµε λεφτά να ξεπληρώσουµε το οικόπεδο και βρέθηκε ένας καλός µου φίλος τότε και µου είπε θα σε βοηθήσω εγώ Γιώργη να το κλείσεις. Πολύ σηµαντικό αυτό. Άρχισα πάλι το βιολί το 1953.
Μουσική παιδεία
Πρώτος δάσκαλος ο πατέρας του: Είχε ένα βιολάκι ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Πήγε στη Μικρασία ο πατέρας μου, φαντάρος· κι είχε φέρει ένα βιολί και κάτι έπαιζε κι αυτός. Κι αρχίσαμε κούτσου-κούτσου-κούτσου.
Ουσιαστικά αυτοδίδακτος: Έκανε μόνο πέντε μέρες μάθημα με τον Μητσόπουλο το 1942 στη Λαμία και έξη μέρες με τον Κωνσταντινουπολίτη Γιώργο Τρια-νταφυλλίδη στην Αθήνα:
…Λέω στον πατέρα μου «θα πάω στην Αθήνα, δέκα μέρες στον Τριανταφυλλίδη τον Γιώργο. Μεγάλος καλλιτέχνης... Κωνσταντινουπολίτης αυτός. Πλήρωνα 80 δραχμές το μάθημα. 80 δραχμές το 1953 ήταν να πάρεις μια γίδα και μισή ακόμα. Δεν είχα... δεν είχα να πληρώσω. Και έτυχε μάλιστα να είμαστε συμμαθητές με τον Γιώργο τον Κόρο. Ήμασταν επτά. Αυτός έκατσε δύο χρόνια, ό,τι είχε και δεν είχε ο Γιώργος ο Κόρος τα πήρε μαζί του όλα. Είχε στη Χαλκίδα μια άλφα περιουσία, τα πήρε όλα. Από κει και πέρα... μπορώ να σου πω ότι κοιμόμουνα μαζί με το βιολί μου το βράδυ. Πολύ σημαντικά πράγματα. Όχι μονάχα την ημέρα κάναμε εκπαίδευση, ακόμα και τώρα, είμαι πόσων χρόνων...
Μουσική άκουγα απ’ τα ραδιόφωνα... είχαμε και τηλεοράσεις. Πήγαινα σ’ ένα συνάδελφο να δώ τί παίζει. Στα πανηγύρια, στους γάμους...
Ο μαθητής πρέπει να ‘χει πολύ προσοχή στην ακρόαση και ακουστική μνήμη (να έχει αυτί, όπως λέγεται, να «κλέβει», δηλαδή να μιμείται αυτό που ακούει και να ασκείται συνεχώς. Η μάθηση δεν είναι μια εύκολη υπόθεση: κρύβει θυσίες και κόπο. Γι’ αυτό και λίγα παιδιά μαθαίνουνε σήμερα. Τον ίδιο τον βοήθησε πολύ η ψαλτική εμπειρία που είχε στην εκκλησία.
Ο μαθητής πρέπει να ‘χει αυτί, και αυτός ο μάστορας, ο δάσκαλος που πήγα εγώ ο Γιώργος, ήταν 77 χρονών, «α, δεν θα καθίσεις άλλο, Γιώργο μου», Γιώργο τον λέγαν και αυτόν, «και να θυμάσαι» λέει «αυτό που θα σου πω». Λέω «τί ;» «Λίγα δάχτυλα και καλά» Το βιολί επάνω βάζεις όσα δάχτυλα θέλεις, αλλά όμως πρέπει να ‘χεις σωστά τα δάχτυλα. Και μικρότερο μόριο να κάνεις, είσαι φάλτσος, φάλτσος. τί [...] Λοιπόν κι εγώ έψελνα παλιά στην Παναγία. Μεγάλο ρόλο, μεγάλο ρόλο παίζει αυτό.  […] Ναι, το να κλέβεις, να κλέβεις, να κλέβεις και να παιδεύε-σαι, να παιδεύεσαι. […] Η άσκηση. Να το βάλεις, να το ξαναβάλεις, να το βάλεις, να το ακούς. Να το παίζεις, να το σταματάς, να το ξαναρχίζεις. Στην παράδοση, όταν είσαι στην παράδοση καλός...  […] Θυσίες ! Μεγάλες θυσίες. Τώρα εδώ, ακόμη τώρα, παίρνω το βιολί καμιά φορά και πάω μέσα ή σ’ αυτό το δωμάτιο ή σε αυτό, και πάω λοιπόν και μπαπ ! ανοίγει την πόρτα η κυρά-Ευαγγελία. «Δεν το βαρέθηκες, βρε Γιώργο, ακόμα ;»
Το πρώτο του βιολί
Είχα ένα παλιό βιολί, δεν ήταν καλό. Το 1957 πήγαμε τις Απόκρηες στη Μακρακώμη και εγώ ήμουνα στο μαγαζί κάποιου Παπανικολάου. Στο καφενείο του Τσιάμη ήταν μια ορχήστρα καλή κι ήταν ένας βιολίστας καλός, Αλεξίου Ιωάννης απ’ την Καρδίτσα, ο οποίος ήταν στην Αθήνα, αλλά ήταν μεγάλο βιολί αυτός. Λοιπόν, δουλεύαμε εμείς από ‘δω, δεν ξέραμε ότι ήταν αυτός συνάδελφος. Ήρθε λοιπόν, μας άκουσε «παιδιά», λέει, «Γιάννης Αλεξίου, δουλεύω απέναντι, συγχαρητήρια». Μας χαιρέτησε πάνω στο πατάρι. «Θα ‘ρθω να σας ακούσω κι εγώ». Πάω, τί ν’ ακούσω... αρρώστιες, αρρώστιες, συνάδελφε. Τί να πω... Ξανάρχεται αυτός στο μαγαζί «Γιώργο», μου λέει, «θα μου δώσεις το βιολί το δικό σου». Το δικό μου το βιολί δεν ήτανε, κατά τη γνώμη μου... δεν είχε απόδοση, δεν είχε εμφάνιση. Ας αφήσουμε την εμφάνιση, απόδο-ση... Μου λέει : «Θα σου δώσω το βιολί μου και χίλιες δραχμές». «Ρε Γιάννη», του λέω, «τί να το κάνεις το δικό μου το βιολί εσύ ; Θα την πατήσεις», του λέω. «Ας την πατήσω». Τέλος πάντων μου το ‘δωσε...  Μού ‘δωσε το δικό του το βιολί, εγώ επέμενα να μη γίνει. Παίρνω το βιο-λί και μου δίνει και χίλιες δραχμές. Χίλιες δραχμές το 1956-7, λεφτά... Λοιπόν, το παίρνω το βιολί αυτό και το ‘χω το βιολί αυτό και όσα λεφτά και να μου δώσουνε δεν το δίνω.
Οι πρώτες του μουσικές εμπειρίες ήταν στα «ξεφλουδίσματα»:
Ναι, αυτά τα ξεφλουδίσματα τότε, τότε που ήμουνα στο Καρπενήσι, στο Καρπενήσι ήμουνα, εδώ, ε.... ήταν κι άλλοι μουσικοί στο Καρπενήσι, 10, 15, 20 μουσικοί...γέροι, νέοι.... και μας παίρνανε και μας πληρώνανε και μας πηγαίνανε στα ξεφλουδίσματα.
Τι ήταν τα «ξεφλουδίσματα»; : Τα ξεφλουδίσματα ήτανε... Τώρα, ο κάθε ένας, όχι όλοι βέβαια, είχανε κάποια χωράφια. Και τα σπέρνανε καλαμπόκια, καλαμπόκι, όχι άλλο τίποτα, λοιπόν... μάζευαν το καλαμπόκι... τόσο, ξερό το καλαμπόκι, και μάζευαν 2, 3, 4, 5 σακιά, 10 σακιά, ένα τόσο πράμα, τόσο (δείχνει). Και δεν μπορούσανε και να ξεφλουδίσουνε μόνοι τους, για να τα λιάσουνε. Και καλούσε : εμένα, εσένα απέναντι, 10, 15 άτομα, 20, να πάνε για να ξεφλουδίσουνε τα καλαμπόκια. Κι εκεί όμως, κι εκεί εμείς τα όργανα τους καλούσανε. Δεν παίρναμε πολλά, παίρναμε λίγα.
Έμαθε και εξάσκησε την τέχνη του πατέρα του (πεταλουργός) την οποία σταδιακά εγκατέ-λειψε λόγω ηλικίας.
Λεζάντες Φωτογραφιών: 
 
1. Ψιανά 1935. Ο εννιάχρονος Γιώργος παίζει νταούλι συνοδεύο-ντας τον πατέρα του Δημήτρη με το βιολί. Άκρη δεξιά ο δάσκαλος Γιάννης Βράχας. Πέμπτος από αριστερά (που τσουγκρίζει το ποτήρι με τον διπλανό του) ο πατέρας του Γιάννη Βράχα. [από το περιοδικό Χωριάτικοι Αντίλαλοι, τ. 53].
2. Ίδια χρονολογία και τόπος. Από την οικογενειακή συλλογή του μπάρμπα-Γιώργου.
3. Βιολί: Δημήτριος Γαβρίλης, νταούλι: Αργύρης Λάππας (Μεγάλο Χωριό). Τρίτος από αρι-στερά (καθιστός με καπέλο στα πόδια): Σπύρος Τσιώκος. Από την οικογενειακή συλλογή του γιου του Φώτη.