Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Το Εικόνισμα της Παναγιάς



Γυρίζοντας μια μέρα στου χωριού μου
το σπίτι π’ άφησα παιδί,
σκεφτόμουν αν θα με γνωρίσει
αφού ‘χε χρόνια να με δει.

Είχαμε φύγει όλοι για τα ξένα
ακόμα και η γριά γιαγιά
κι’ αφήσαμε στο εικονοστάσι
μονάχη της την Παναγιά.

Περπάτησα το έρημα σοκάκι,
Φθάνω. Το βλέπω ζωντανό,
σκύβω μπροστά στα σκαλοπάτια
γονατιστός και προσκυνώ.

Σηκώθηκα βουβός και πικραμένος
αναπολώντας τα παλιά,
ήμουν παιδί και τώρα γέρος
μ’ άφθονα χιόνια στα μαλλιά.

Σαν άνοιξα δειλά – δειλά την πόρτα,
κοιτάζω γύρω μου… ψυχή,
τρέχω να βρω την Παναγιά μας
πούχαμ’ αφήσει μοναχή.

Ήταν ακόμα ‘κει στο εικονοστάσι
σ’ εκείνο τα’ άψυχο κουτί
μαζί με το σβηστό καντήλι
που είχε χρόνια ν’ αναφτεί.

«Σύγχώρεσέ μας όλους Παναγιά μου
-της λέω μ’ αναφυλλητά –
που φύγαμε όλοι από κοντά σου
γι’ αυτά τα έρμα τα λεφτά».

Σαν κοίταζα με δακρυσμένα μάτια
μέσα σ’ αυτή τη σιωπή,
βλέπω πως κούναγε τα χείλη
ψελίζοντας για να μου πεί.

«Μην κλαις. Δεν έμεινα ποτέ μονάχη,
σας συνοδεύω πάντα εγώ.
Από ψηλά σας προστατεύω
και τη ζωή σας ευλογώ».


Γρηγόρης Δ Ζαχαρόπουλος