Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

ΜΟΥΣΙΚΗΣ… Ο ΛΟΓΟΣ του Ηλιόπουλου Αναστάσιου, εκπαιδευτικού αποσπασμένου στα Γ.Α.Κ. Ευρυτανίας

 Ολοκληρώνουμε σήμερα το τρίτο μέρος της εισήγησης του γράφοντος στο συνέδριο για την ιστορία και τον πολιτισμό της Δημοτικής Ενότητος Φουρνά στις 20-22/7/2012.
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ
Κατά πόσο το βίωμα, η γνωριμία με τους τραγουδιστές και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (τόπος, χρόνος, περίσταση) «φωτίζει» το τραγούδι;
Τα παραδοσιακά τραγούδια είναι κατεξοχήν βιωματικά τραγούδια καθότι συνδέονται με τις πρακτικές, με τον κύκλο της ζωής και τον κύκλο του χρόνου των πληθυσμών κυρίως της υπαίθρου. Έχουν σαφή αναφορά και άρρηκτη σχέση με την κοινωνική ομάδα που τα γέννησε ή τα αναπαράγει και τον τόπο στον οποίο βιώνονται. Η συμπυκνωμένη γνώση του παρελθόντος μεταλαμπαδεύεται προφορικά και γι’ αυτό καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη του Άλλου [με άλφα κεφαλαίου] και της ομάδας.
Το πώς χρησιμοποιείται ένα τραγούδι σε μια κοινωνία είναι εξίσου σημαντική πληροφορία με το ίδιο το τραγούδι, καθώς το εντάσσει σε μια διαδικασία και έτσι δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αισθητικό γεγονός. Εάν ισχύουν τα παραπάνω, τότε οι ανθρωπολογικές και χωρο-χρονικές πληροφορίες όχι μόνο συμπληρώνουν, αλλά είναι απαραίτητο στοιχείο για να κατανοήσουμε τη μοναδικότητα, ιδιαιτερότητα και δυναμικότητα κάθε επιτέλεσης, Για να το πούμε με απλά λόγια: εάν μια παλιά ηχογράφηση προκαλεί ρίγη και δάκρυα σε έναν ξενιτεμένο επί χρόνια από τον τόπο του, δεν είναι μόνο λόγω της μελωδικής και ποιητικής πλοκής του άσματος, αλλά επειδή πιθανώς γνωρίζει τον ηχογραφηθέντα και έχει συνδέσει το άκουσμα με συγκεκριμένα βιώματα. Για τον ίδιο λόγο τα παραδοσιακά τραγούδια δεν ενθουσιάζουν τα νέα παιδιά, όχι γιατί τους λείπει η καλαισθησία ή τα άσματα είναι άτεχνα, αλλά διότι δεν είναι ενταγμένα στην καθημερινότητά τους. Συνεπώς δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μέσω του τραγουδιού με τους συνομήλικούς τους, να συν-κινήσουν το άμεσο περιβάλλον τους.
Ακολουθώντας το δρόμο της προσωπικής επαφής προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τους φορείς αυτών των τραγουδιών ή τους συγγενείς τους, εφόσον έχουν αποβιώσει, για να ανοίξουμε ένα παράθυρο στον κόσμο τους. Μια μικρή εικόνα των λεγομένων τους σας μεταφέρουμε εδώ.
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο δημοτικό σχολείο του Φουρνά. Στο χειρόγραφο του Περιστέρη δε βρίσκουμε κατατοπιστικές λεπτομέρειες, επιγραμματικά μόνο στοιχεία για μερικούς από τους ηχογραφηθέντες: π.χ. «Ντούσικος Νικόλαος, 89 ετών, γεωργός. Τύπος του χωριού, με την καλήν στολή του και λεβεντόγερος». Τραγούδησε 8 τραγούδια.
Για τον Σεραφείμ Κώτση: «Η φλογέρα που παίζει δεν είναι η συνήθης φλογέρα των ποιμένων, αλλά ευρωπαϊκής κατασκευής. Το παίξιμο όμως είναι καθαρώς δημοτικό ποιμενικό». Μάθαμε επίσης ότι έκανε το επάγγελμα του τσαγκάρη και του καρυδέμπορα. Δεν άφησε απογόνους. Πρέπει να πέθανε γύρω στο 1980. Ο μπαρμπα-Γιώργος Μπούργος αναφέρει γι’ αυτόν: «Κάναμε γλέντια πολλά μες στις συνοικίες, τη νύχτα, στις τρεις η ώρα τη νύχτα, στους δρόμους κι έβγαινε ο κόσμος στα παράθυρα και μας άκουγαν και δε μας μάλωναν, αλλιώς μας χαίρονταν»! Έπαιξε σε 6 τραγούδια φλογέρα και ένα το τραγούδησε μόνος, αναδεικνύοντας την ιδιαίτερη φωνητική ευστροφία του.
Η Ελένη Τσιάπα, ετών 60 τότε, ήταν ειδική στα τραγούδια του γάμου. 10 από αυτά κατέγραψε ο Περιστέρης.
Ο αιδεσιμώτατος π. Ιωάννης Μπούργος, 60 ετών τότε, τραγουδιστής άριστος, πολύ καλαμπουρτζής, τραγούδησε 2 σπάνια τραγούδια.
Μεγάλη αποκάλυψη για μας ήταν η γνωριμία με τον κ. Βασίλειο Πετρόπουλο, αρχικά εργατοτεχνίτη στο δασαρχείο και αργότερα χρυσοχόο και ωρολογοποιό. Μετά το 1960 έφερε τα πρώτα ράδια και το ’70 τα πικ-απ στο Φουρνά. Το κέφι του αστείρευτο και η ζωντάνια του χαρακτηριστική, η φωνή του έχει διατηρήσει τη νεανική σφριγηλότητα και φρεσκάδα της. Θα ήταν ευχής έργον μια δισκογραφική παραγωγή με μέριμνα των συλλόγων της περιοχής ή των αποδήμων.
Γεώργιος Μπούργος του Δημητρίου και της Ευμορφίας, το 1928 γεννηθείς, τραγούδησε 2 τραγούδια. Επί 62 χρόνια στο Φουρνά, επαρχιακός ταχυδρομικός διανομεύς στο επάγγελα, Λόγω συγκυριών δεν μπόρεσε να σπουδάσει γιατρός, όπως επιθυμούσε, άλλα με προσωπικές του προσπάθειες κατόρθωσε να βοηθά με πρακτικό τρόπο τους συνανθρώπους του. [Παρατίθενται αποσπάσματα από προφορική συνέντευξη:
…-Γιατί σας λέγανε γιατρό;
-Όχι εδώ στο Καρπενήσι, στη Φουρνά. Γιατί είχα μεγάλη αδυναμία να γίνω γιατρός, αλλά ήμαν τόσο φτωχός που δεν μπορούσα να γίνω. Και παρέμεινα στη Δευτέρα Γυμνασίου οκταταξίου. Αλλά ό,τι χαρτί έβρισκα στα χέρια μου ιατρικό το διάβαζα, εφημερίδα δε διάβαζα. […]
…-Παρακολουθούσα τους γιατρούς τι φτιάχνανε. Να τους ράψω πληγές, να τους βάλω καθετήρες, να τους κάνω κλύσματα, να τους βγάλω δόντια, να τους βγάλω τα γρέζια από τα μάτια. Τα φάρμακα τα ‘χα όλα, δεν υπήρχε τίποτα να λείπει. Από ‘δω απ’ το Λάππα το φαρμακοποιό, τον οποίο τον πλήρωνα όταν έρχομαν εδώ. Δε μου λε’ε «στείλ’ τα λεπτά!» «Όταν έρθεις εδώ να μου τα φέρεις» μου έλεγε. Στο σπίτι στη Φουρνά είχα δωμάτιο ειδικό κλειδωμένο, με τα ράφια που είχαν για όλες τις περιπτώσεις. Φαρμακείο σκέτο, δεν έλλειπε τίποτα.
-Μου είπανε ότι δίνατε αφειδώς τα φάρμακα και χωρίς να πληρώνουνε.
-Δεν πήρα ποτέ λεφτά από κανέναν! Ούτε μου χρειάστηκε, ούτε μου έλλειψε!...]
Στο σπίτι του διατηρούσε ειδικό δωμάτιο κλειδωμένο με ράφια γεμάτο φάρμακα δια παν ενδεχόμενον και το σπουδαιότερο χωρίς να πάρει ποτέ λεφτά από κανέναν. Ετοίμαζε επίσης τους νεκρούς για το τελευταίο ταξίδι τους. Όπως αναφέρει ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Δεν πέθανε άνθρωπος που να μη φωνάξουν «τρέξε!» Δεν κοιμήθηκα κανένα βράδ’ χωρίς να με ξυπνήσουν τη νύχτα ή για ιατρική περίθαλψη ή ήταν να του βάλω φάρμακο, να του βγάλω το δόντι, να του ράψω πληγή. Τσακώνονταν καμιά φορά, οι Κλειτσιώτες ειδικά στον Κλειτσό στα πανηγύρια!»
Κάποιοι παλαιότεροι θα θυμούνται τον Κωνσταντίνο Μαλάμη τον ιατρό να μπαίνει στο χορό με το ποτήρι γεμάτο κρασί στο κεφάλι, τραγουδώντας τη Χατζίνα [βλέπε παρακάτω] ή το εκλεκτό του τραγούδι τη Μηλίτσα. Πόσοι γνωρίζουν όμως λεπτομέρειες της μυθιστορηματικής ζωής του; Για την επιστράτευσή του το 1919 στη Σμύρνη και το Κορδελιό της Μικράς Ασίας για το ότι έφτασε μέχρι το Εσκί-Σεχίρ το 1922 φθάνοντας στο βαθμό του ανθυπιάτρου; Αγροτικός ιατρός από το 1924 με έδρα τον Κλειτσό και ασθενείς σε όλα τα γύρω χωριά καθώς και του τέως δήμου Δολόπων τους οποίους εξυπηρετούσε, πολλάκις αφιλοκερδώς. Στα χρόνια του εμφυλίου λόγω της πολιτικής ουδετερότητας και της αμερόληπτής του στάσης και στις δύο παρατάξεις, κατηγορήθηκε από καλοθελητές και φανατικούς αναγκαζόμενος να εκτοπιστεί στην Καρδίτσα. Από το 1950 επιστρέφει στο Φουρνά διευθύνοντας το εκεί παράρτημα Νοσοκομείου έως το 1963. Απεβίωσε το 1987 στην Αττική. Στοιχεία για τη ζωή του και σπάνιο φωτογραφικό υλικό μας έδωσε ο γιος του Δημήτριος, τον οποίο και ευχαριστούμε. Ο ίδιος έχει γράψει πλήρη βιογραφία για τον πατέρα του, περίπου 700 σελίδων, η οποία χρήζει περαιτέρω μελέτης.
Νοσοκόμα στο Κοινοτικό ιατρείο εχρημάτισε η κ. Μαρία Σκαρτσιούνη από τη Χόχλια, σύζυγος Ηλία Ηλιόπουλου, η οποία τραγούδησε 8 σπάνια τραγούδια και ζει τώρα στο Νέο Κόσμο στην Αθήνα. Έχει σπάνια φωνητική ευστροφία όπως και η συνάδελφός της κ. Ιουλία Φραγκάκη, σύζυγος Γεωργίου Διαμαντή, απ’ το Μεσοχώρι, η οποία ήταν περιζήτητη στα πανηγύρια. Μας αφηγήθηκε ότι βοηθούσε τους επαγγελματίες Σεραφείμ και Βαγγέλη Καλτσή από το Κλειστό.
Πόσες ιστορίες δε θα κρύβουν και οι υπόλοιποι ηχογραφηθέντες από τον Σπ. Περιστέρη; Ο Ανυφαντής Ηλίας (1), ο Λύτρας Ηλίας (1), ο Τσιάντης Νικόλαος (1) (ζει στο Φουρνά), ο Τσιώλης Φώτιος (1) και η Τσιρίγκα Ελένη (4) από το Κλειστό
Μια ακόμη τελευταία σκέψη κλείνοντας: η ηχητική καταγραφή ενός τραγουδιού ή η παρασήμανσή του στο χαρτί το διασώζει από τη φθορά του χρόνου; Και πώς θα παραδοθεί αυτός ο πολιτισμικός πλούτος στη νέα γενιά; Απαντώντας πολύ συνοπτικά φρονούμε ότι εάν τα ακούσματα και οι καταγραφές δε λειτουργήσουν ως αφορμή για γνωριμία με το χώρο στον οποίο γεννήθηκαν και τους φορείς του θα έχουμε χάσει το πιο σημαντικό στοιχείο τους: δηλαδή τις γέφυρες επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας και το παρελθόν μας, ποθούμενο στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουμε και ζητούμενο αυτού του συνεδρίου.
Σας ευχαριστώ πολύ.

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΙΝΗΣΑΜΕ – Η ΧΑΤΖΙΝΑ
http://soundcloud.com/tasios3/04-1 Χορός διπλός με εναλλαγή: τσάμικος – συρτός στα 3, (Όπως το τραγούδησε ο Κωνσταντίνος Μαλάμης στο Σπύρο Περιστέρη το 1962)
Μια Κυριακή κινήσαμε να πάμε στη Χατζίνα -στην πάπια και στην χήνα.
-Χατζίνα μ’, ‘δώ θα μείνουμε σήμιρα κι όλη μέρα -Χατζίνα μ’, καλησπέρα.
ν-Έχεις κρασί να πίνουμε  σήμερα κι όλη μέρα; -Χατζίνα μ’, καλησπέρα.
Χατζίνα μ’, το κρασί σ’ ξινό, το μάγουλό σου δροσερό-και το ρακί σ’ φαρμάκι, έλα σιμά μας κάτσε.

ΤΟΝ ΑΜΜΟ ΑΜΜΟ ΠΑΑΙΝΑ
(Όπως μας το τραγούδησαν η Ελένη και η Σοφία Τσιρίγκα)
Τον άμμον άμμο πάγαινα, κόρη μου να σ’ αντάμωνα,
γιε μ’, τον άμμον άμμο πάω, κόρη μ’, σένα αγαπάω.
Βρίσκω του ναύτη τα μαλλιά, κοντακινούλα λεμονιά,
γιε μ’, στον άμμο ξαπλωμένα, κόρη μου να ‘ρθεις σε μένα.
Κι έσκυψα και τα μάζεψα, κόρη μου να σε άγγιζα,
γιε μ’, σ’ ένα χρυσό μαντήλι, κόρη μ’, κάνε ‘λεημοσύνη.
Για να τα πάω στο χρυσικό, κόρη μ’, δε βγαίνεις να σε ιδώ,
γιε μ’, για να τ’ αναλιγώσω, σένα, κόρη μ’, να τα δώσω.
Να φτιάσω κούπα και σταυρό, κόρη μ’, δε βγαίνεις να σε ιδώ,
γιε μ’ σταυρό και δαχτυλίδι, κόρη μ’, κάνε ‘λεημοσύνη.

ΜΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ ΠΕΡΑΤΙΑΝΗ
http://soundcloud.com/tasios3/05-01 Χορός διπλός με εναλλαγή: Κλειστό 4/4 και τσάμικο (Όπως μας το τραγούδησε ο π. Χρυσόστομος Παπουτσόπουλος, καταγραφή Χαράλαμπου Μούτσελου)

Μια παπαδιά πιρατιανή πάγει με τους λεβέντες.
Πάει κι ο παπάς παρακοντά, κοντά παρικαλώντα’:
-Πού τ’ άφ’σις τα ιννιά παιδιά, το έρημο το σπίτι;
-Κακιά πανούκλα στα παιδιά, κακιά φωτιά στο σπίτι.
[Σύρε, παπά μ’, στο σπίτι σου, σύρε και στα παιδιά σου]
κι εγώ θα πάω στη λεβεντιά.

ΜΕΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
http://soundcloud.com/tasios3/06-2 Χορός διπλός με εναλλαγή: Συρτό στα 3 – Καλαματιανό: (Όπως το τραγούδησε η Ελευθερία Μούτσελου, Καταγραφή Χαράλαμπου Μούτσελου)
Μες στην Αγιά Παρασκευή γινόταν πανηγύρι
Σ’ είδα και σε θυμήθηκα, πως έχεις άντρα γέρο.
-Παράτησε τον άντρα σου, τον γέρο ξεδοντιάρη
κι έλα σε με το νιο παιδί, το νιο το παλικάρι,
να σε ταΐζω ζάχαρη, να σε ταΐζω μέλι

ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ ΠΑΡΑΦΥΛΑΓΑ
Χορός: Καλαματιανό, (Όπως το τραγούδησε η Ευτυχία Κατσούδα από το Καλεσμένο στο Σπύρο Περιστέρη)
Στη βρύση παραφύλαγα μ’ ένα λαμπρό φεγγάρι,
για να διαβεί η αγάπη μου να με καλησπερίσει.
-Καλησπέρα, λεβέντη μου, -Καλώς τη, την κοντούλα
Μήπως σου κακοφάνηκε που σ’ είπα εγώ κοντούλα;
Κοντός είν’ κι ο βασιλικός, τη μυρωδιά την έχει.
Μαύρο και το γαρύφαλλο, πουλιέται με το δράμι.
[Ήρθα εψές, δε μ’ άνοιξες στην πέρα πορτοπούλα.
-Δεν το ’ξερα, λεβέντη μου, πού ’ρθες εψές το βράδυ.
Να γένω γης να με πατάς και δρόμος να διαβαίνεις.]