Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

ΜΟΥΣΙΚΗΣ… Ο ΛΟΓΟΣ του Ηλιόπουλου Αναστάσιου, εκπαιδευτικού αποσπασμένου στα Γ.Α.Κ. Ευρυτανίας


ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

«Το ευρύτατα διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής.
Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελιών και την υμνογραφία της εκκλησίας, αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Κυρίου προς το σταυρικό θάνατο του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μητέρας» (κείμενο της Μιράντας Τερζοπούλου στον ακουστικό δίσκο «Τα πασχαλιάτικα», Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημ. Μουσ. Δόμνας Σαμίου, 1998)
Σπάνια θα βρεις κάποιον να μην έχει ψιθυρίσει ή να μην έχει ακούσει τουλάχιστον το καλούμενο «Μοιρολόι της Παναγίας», αλλά πόσοι γνωρίζουν ολοκληρωμένο το κείμενο; Συνήθως οι γυναίκες, μιας και αυτές, όταν τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ ο πολύς ο κόσμος και το επίσημο ανδρικό ιερατείο εγκαταλείψουν την εκκλησία, αναλαμβάνουν να θρηνήσουν τον νεκρό Χριστό, για να συμπαρασταθούν στην Παναγία ως σε ανθρώπινο πλάσμα, που δοκιμάζεται από το θάνατο του παιδιού της. Στολίζοντας τον επιτάφιο, ξενυχτάγανε τον Κύριο, ψάλοντας με λυπητερό και αργό ύφος. Την επόμενη μέρα το πρωί, τα παιδιά σε ομάδες, κρατώντας καλαθάκια τυλιγμένα με μαύρο μαντήλι, θα τραγουδήσουν σε πιο γρήγορο σκοπό (για να…προλάβουν περισσότερα σπίτια!) ένα απόσπασμα. Το κείμενο το βρήκαμε σε άρθρο του ερευνητή Πάνου Βασιλείου (Αγιατριαδίτικα νέα, αρ. 8-9, 1966). Μπορείτε να ακούσετε επτά μελωδικές παραλλαγές του από διάφορα χωριά στο διαδίκτυο http://www.youtube.com/watch?v=xf1cCl5Ehbo ή γράφωντας «Κάλαντα Μεγάλης Παρασκευής Ευρυτανίας» στο Google.

Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο,
εκεί δεντρό δεν ήτανε και δέντρο φανερώθη.
Ο δέντρος ήταν ο Χριστός και η ρίζα η Παναγία
κι αυτά τα ριζοκλώναρα ήταν η μαρτυρία,
που μαρτυρούσαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη.

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα ν-όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπόντι.
Σήμιρα ν-έβαλαν βουλή ν-οι γι-άνομοι Εβραίοι,
οι γι-άνομοι κι τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι,
[για να σταυρώσουν τον Χριστό τον πάντων βασιλέα].

Ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τις προσευχές της έκανε για τον Μονογενή της.
Φωνή ηκούσθ’ εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Σώνουν, κυρά μου, οι προσιφχές, σώνουν και οι μετάνοιες,
και τον Υιόν σου πιάσανε και στον χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραγνάνε·
[και τον χαλκιά προστάξανε και τον χαλκιά φωνάζουν:]

-Χαλκιά, χαλκιά, φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια
κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε.
-Σύ, Φαραέ, που τά ‘φκιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυο στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυο στας χείρας,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλ΄τε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του,
[να λιγωθεί, να μαραθεί και τότε να πεθάνει».]
Κι η Παναγιά σαν τ’ άϊκουσε έπεσε και ’λιγόθη.

Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
και τρία μυρωδάτικα για να ’ρθει ο λογισμός της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της,
ζητάει μαχαίρι να σφα’εί, γκρεμό να πάει να πέσει,
ζητάει φωτιά για να καεί για τον Μονογενή της.
«Λάβε, κυρά μ’, υπομονή, λάβε, κυρά μ’, ανάσα».
«Και πώς να λάβω υπομονή, και πώς να λάβω ανάσα
πώχω υγιό μονογενή και ’Κείνο σταυρωμένο;»

Κίνησε η μάνα του Χριστού κι η Μάρθα του Λαζάρου,
η Μάρθα, η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,
και μπήκανε στη στράτα τους κι οι τέσσερεις αντάμα.
Σαν πήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι,
το μονοπάτι τ’ς έβγαλε μεσ’ του ληστή την πόρτα.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα με πόνο της φωνάζει,
φωνάζ’ την πόρτα του ληστή, την πόρτα του Πιλάτου:
«Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου».
Κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτάει ζερβά, κοιτάει δεξιά, κανένα δε γνωρίζει,
κοιτάει και δεξιότερα, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
-«Αγαπημένε μαθητή του δύστυχου του γιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και σε διδάσκαλό σου;»
Και κείνος τ’ς αποκρίθηκε και με λυγμό της λέει:
-«Τον βλέπεις κείνο τον γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γιόκας σου κι εμέ διδάσκαλός μου».
Κι εκείνη τον πλησίασε και τον γλυκορωτάει:
«Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;»

«Τί να σου ειπώ, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το Μέγα Σάββατο , σιμά πρωί να φέξει,
που θα λαλήσει ο πετεινός, θα σ’μάνουν οι καμπάνες,
θα σ’μάνει ο κόσμος και η γη, θα σ’μάνουν τα ουράνια.
Όποιος τ’ ακούσει θα σωθεί κι όποιος το πεί θ’ αγιάσει
κι όποιος το καλαφογκραστεί, παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και λίβανο από τον άγιο Τάφο».

Γιατί ονομάζεται ο χαλκιάς Φαραώ; Οι χαλκιάδες, δηλαδή οι σιδηρουργοί, στα περισσότερα χωριά ήταν γύφτοι (γύφτος > Αιγύπτιος, εξ ου και Φαραώ). Για να εξηγήσει ο απλοϊκός νους τη διαρκή περιπλάνηση των γύφτων επινόησε την ιστορία της κατασκευής των καρφιών του Κυρίου από αυτούς. Σε κάλαντα άλλων περιοχών (π.χ. Φούρνοι Ικαρίας) διασώζεται η υποτιθέμενη απάντηση της Παναγιάς: Άντε, μωρέ ατσίγγανε, στάχτη να μη ποτάξεις / μηδέ διπλό πουκάμισο στη ράχη σου μη βάλεις.
Όπως επισημαίνει ο Πάνος Βασιλείου (βλ. ανωτέρω) ο στίχος «Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστή του γιου μου», που ακούμε σε κάποιες περιοχές, έχουν άσχετη μορφή με το γεγονός, γιατί πρόκειται για τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Καλή Ανάσταση!