Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΜΟΥΣΙΚΗΣ… Ο ΛΟΓΟΣ του Ηλιόπουλου Αναστάσιου, εκπαιδευτικού αποσπασμένου στα Γ.Α.Κ. Ευρυτανίας

 Τα κάλαντα του Λαζάρου

Στο προηγούμενο άρθρο είχαμε αρχίσει μια προσπάθεια καταγραφής των ευρυτάνων μουσικών, οργανο-παικτών και τραγουδιστών, και οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η ανταπόκριση των αναγνωστών ήταν πολύ θερμή. Θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας αυτό σε προσεχές φύλλο, διότι η κατανυκτική περίοδος που διανύουμε μας καλεί σε άλλα μονοπάτια. 

   
Τα κάλαντα του Λαζάρου είναι σε όλους εδώ στο Καρπενήσι γνωστά. Σε όσους -όπως και τον γράφοντα- αστικοθρεμμένους δεν είναι, θα φροντίσει να τους τα… ψάλλει καταλλήλως η περιχαρής και ως πολύβουο μελίσσι πιτσιρικαρία, ως αρμοδιωτέρα να διατηρεί κάθε τι το αρχαίο απαρασάλευτο και αμόλυντο έως τις μέρες μας. Είναι αλήθεια ότι τα μικρά παιδιά διατηρούν ως κόρη οφθαλμού όσα έχουν παραδοθεί, μην επιτρέποντας καμιά αλλοίωση, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για κάλαντα, δηλαδή τελετουργικά κείμενα, τα οποία τραγουδιούνται μόνο μια φορά στον κύκλο του χρόνου. Κάποια στοιχεία όμως στο διάβα των αιώνων χάνονται, είτε λόγω εκλογίκευσης και παρεμβολής των… μεγαλυτέρων, είτε λόγω λήθης ολόκληρων στίχων, το οποίο οδηγεί σε παρερμηνείες και ακαταληψία. Μια τέτοια περίπτωση ίσως να είναι και τα κάλαντα του Καρπενησίου. Παραθέ-τουμε το κείμενο όπως τραγουδιούνται μέχρι και σήμερα:

Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, / ήρθ’ η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια. / Σήκω, Λάζαρε, και μην κοιμάσαι, / ηρθ’ η μάνα σου από την πόλη, / σου ’φερε χαρτί και κομπολόι. / Γράψε, Θόδωρε, γράψε, Δημήτρη, / γράψε λε-μονιές και κυπαρίσσι./ Οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε, / οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε, / δώστε τα και μας να τα χαρούμε.

Γιατί φέρ’ ειπείν, ο Θόδωρος και ο Δημήτρης, να γράψει λεμονιές και κυπαρίσσι; Ίσως φωτίσει λίγο την ερμηνεία του ένα άλλο κάλαντο από τη Μερκάδα, το οποίο μας παρέδωσε η Γεωργία Παπαδοστεργίου:

Πού_ήσαν Λάζαρε, πού_ησα_αδερφέ μου; Πού_ήσουν τρίκλωνε βασιλικέ μου;
Ήμουνα στη γη βαθιά θαμμένος κι από τους νεκρούς αποθαμένος
να ΄μουνα δεντρί, να_ήμουν λεμόνι, να με φύτευαν σε περιβόλι,
να μου ρίχνουνε κρύο νεράκι, που είν΄ το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Ώστε ο Λάζαρος εύχεται να ήταν δέντρο, όπως και στην Καρπενησιώτικη παραλλαγή, για να δροσιστεί το πικρό στόμα του. Γιατί πικρό; Θα μας το εξηγήσει μια πληρέστερη παραλλαγή, η οποία με μικροδιαφορές άδεται στα περισσότερα χωριά της Ευρυτανίας (μπορείτε να ακούσετε την παραλλαγή της Άμπλιανης στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://youtu.be/FFqqhE1FUds ή πληκτολογώντας στο Google Κάλαντα Λαζάρου Ευρυτανίας
Το εμάθατε τι ‘γίνη σήμερα στην Παλαιστίνη,
και στη πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδερφόν της και γλυκύ καρδιακό της
Τρείς ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμοιριολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη κίνησε_ο Χριστός για νά ΄ρθει
και εβγήκε η Μαρία έξω από τη Βηθανία,
«Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου, δε θα πέθαινε_ο αδερφός μου,
μα και τώρα εγώ πιστεύω και καλώτατα ηξεύρω
ότι δύνασαι αν θελήσεις, και νεκρούς να αναστήσεις».
«Λέγε, πίστευε, Μαρία, άγωμεν (=ας πάμε) εις τα μνημεία».
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει.
«Άδη, Τάρταρε και Χάρο, Λάζαρέ μου να σε πάρω,
δεύρο έξω, Λάζαρέ μου, φίλε μου κι αγαπητέ μου».
Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιον σημάδι,
Λάζαρος απελυτρώθη, αναστήθη και σηκώθη,
ζωντανός, σαβανωμένος και με το κερί ζωμένος.
Τότε η Μάρθα κι η Μαρία, τότε όλη η Βηθανία,
μαθηταί και αποστόλοι, τότ΄ ευρέθησάνε όλοι,
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν και τον Λάζαρο ΄ξετάζουν
«Πές μας, Λάζαρε, τί είδες, εις τον Άδη που επήγες ;»
«Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους,
Δώστε μου λίγο νεράκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι,
το φαρμάκι των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον».

Πώς είναι δυνατόν να είναι ένας νεκρός να είναι ζωμένος με το κερί; Μάλλον πρόκειται για παρανόηση. Στην ακολουθία του Σαββάτου του Λαζάρου (και στον εσπερινό και στο απόδειπνο και στον όρθρο) επαναλαμβάνονται οι φράσεις «δεδεμένος κειρίαις» ή «ειληγμένον κειρίαις». Κειρία είναι η φασκιά, η υφασμάτινη ταινία, οπότε και ο Άγιος Λάζαρος ήταν, όπως ήταν φυσικό, φασκιωμένος, τυλιγμένος με υφασμάτινες ταινίες, συνήθεια της εποχής, η οποία ιστορείται στην ορθόδοξη αγιογραφία.
    «Λέγεται ότι όσα χρόνια έζησε ύστερα, ποτέ δεν έτρωγε τίποτα χωρίς γλύκισμα και ότι η Παναγία Παρθένος με τα ίδια της τα χέρια του κατασκεύασε το ωμοφόριο. Τίποτα δεν είπε από αυτά που είδε στον Άδη ή επειδή δεν του επετράπη τελείως να δει ή αν είδε, προστάχθηκε να σιωπήσει ». Καθ' όλο αυτό το διάστημα λένε πως δεν γέλασε ποτέ παρά μόνο μια φορά. Αναφέρει μια κυπριακή παράδοση ότι είδε μια γυναίκα του λαού να κλέβει από ένα μπακάλικο ένα πήλινο δοχείο, μια «τσούκα».Τότε ο άγιος χαμογέλασε και είπε ότι το χώμα κλέβει χώμα.
«Οι αρχιερείς θέλησαν να φονεύσουν τον Λάζαρο επειδή εξαιτίας του πολλοί πίστευαν στο Χριστό και γι’ αυτό, μαθαίνοντας την επιβουλή ο άγιος, μετέβη στην Κύπρο και εκεί χειροτονήθηκε επίσκοπος της πόλης των Κυτιαίων. Τριάντα χρόνια μετά την αναβίωσή του πάλι πέθανε και ετάφη εκεί κάνοντας πολλά θαύματα» . Πάνω από τη σαρκοφάγο του κτίσθηκε ομώνυμος ωραιότατος ναός, που ανακαινίστηκε γύρω στα 1750. Προς τιμήν του Αγίου ονομάστηκε η πόλη Λάρνακα. Με εντολή του αυτοκράτορα Λέοντος του Στ΄ τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.
Ας ανοίξουμε τις πόρτες μας στους αγγέλους της πρώτης ανάστασης του Λαζάρου και τις πόρτες της ψυχής μας για να υποδεχτούμε την ζωηφόρο ανάσταση του Κυρίου.