Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Μνήμη Γ. Καραϊσκάκη , Αρχιστρατήγου 184 χρόνια από το θάνατό του

Ικανοποιώντας το αίτημα εκατοντάδων αναγνωστών μας, δημοσιεύουμε εκ νέου τον Επικήδειο που εκφώνησε ο Σπυρίδωνας Τρικούπης στην εξόδιο του Μεγάλου Στρατηγού ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ. 
Ταυτόχρονα ευχαριστούμε τον συνεργάτη μας Ηλία Μπουμπουρή, για την αποστολή του σπουδαίου αυτού θέματος. 
Στη φωτό ο Ηλίας Μπουμπουρής , Ο ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΕΙΩΝ, στη γενέτειρά του τον ιστορικό Μάραθο, δίπλα από τον ανδριάντα του ΗΡΩΑ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ.


Από την πινακοθήκη σύγχρονης τέχνης Αίτωλοακαρνανίας Χρήστου και Σοφίας ΜΟΣΧΑΝΔΡΕΟΥ, επανεκδόθηκαν το Μάρτιο του 2011, μετά από 175 χρόνια , «Οι Σωζόμενοι Λόγοι» του Σπυρίδωνος Τρικούπη, πατέρα του Χαρίλαου Τρικούπη.  Είχαν εκδοθεί το 1836 στο Παρίσι από τις εκδόσεις Κ.ΕΒΕΡΑΡΤΟΥ,  με την πρωτοβουλία  - και τη  χορηγία θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα - του Πάντια Ράλλη, κάτοικου Λονδίνου,  με την άδεια τού  φίλου του,  Σπυρίδωνος Τρικούπη. (Στο βιβλίο υπάρχουν οι επιστολές που αντάλλαξαν για το θέμα ο Ράλλης με τον Τρικούπη) .


Του Ηλία
Μπουμπουρή                                                                                                                                 eliasb56@otenet.gr
 

«Οι σωζόμενοι λόγοι» , οκτώ τον αριθμό,  εκφωνήθηκαν από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη  σε εκκλησιαστικές τελετές (κηδείες, μνημόσυνα, επετείους) με αντικείμενο την Ελληνική Επανάσταση , κάποιους από τους ήρωές της και τα μεγάλα γεγονότα. Μεταξύ άλλων,  πέραν του  επικήδειου του Γ. Καραϊσκάκη που εκφωνήθηκε  στις  24 Απριλίου 1827 ,  στη Σαλαμίνα,   σώζεται ο επικήδειος του   Λόρδου Βύρωνα που εκφωνήθηκε  την   Κυριακή του Πάσχα,   6 Απριλίου του 1824 στο Μεσολόγγι,  ο λόγος του Τρικούπη στη διάρκεια πανηγυρικών  εκδηλώσεων για τη μάχη της Αράχοβας που εκφωνήθηκε στην Αίγινα, στις 24 Νοεμβρίου 1826, ο πανηγυρικός λόγος  για την απελευθέρωση του Μεσολογγίου που εκφωνήθηκε στη μητρόπολη της Αίγινας  ,  στις 8 Μαΐου  του 1829 και άλλοι. Συγχαρητήρια  στους υπεύθυνους της πινακοθήκης Μοσχανδρέου για την πρωτοβουλία τους και  θερμές ευχαριστίες  στον στενό   φίλο ,  εκδότη του εκδοτικού οίκου «ΔΙΑΤΤΩΝ»   και παραδοσιακό τυπογράφο  Ν. Βοζίκη  - που επιμελήθηκε και  τύπωσε το βιβλίο -  για την   ευγενική του προσφορά. Το κείμενο , παρατίθεται στην αρχική του μορφή ,  όπως ακριβώς έχει τυπωθεί και εκδοθεί για την πινακοθήκη Μοσχανδρέου. Ευχαριστίες στον Βραγγιανίτη γιατρό ,ιστοριοδίφη  και φίλο,  Κώστα Τσιώλη ,  για την «πολυτονική» επιμέλεια του κειμένου.

ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟΝ ΑΡΓΧΗΓΟΝ

Τν κατ  τν στερεν λλάδα στρατευμάτων, Γεώργιον Καραϊσκάκην, κφωνηθες  κατ τν 24 πριλίου το 1827 τους, καθ΄ν μέραν γένετο  πικήδειος τελετ  ντίπεραν το Πόρου, που συνλθαν Πρόεδρος κα ο Πληρεξούσιοι τς ν  Τροιζνι θνικς Συνελεύσεως, τ μέλη τς ντικυβερνητικς πιτροπς, φρουρ  κα μέγα πλθος πολιτν.
--------------------
ρ η   τ     ν   Γ ε λ β ο υ    μ    κ α τ α β ά τ ω   δ ρ ό σ ο ς   κ α    μ    ε τ ς      φ΄   μ ς,   κ α    γ ρ α    π α ρ χ ν.  (Βασιλ. Δευτ. Κεφ Α΄.)
Ατ δυρόμενος λεγεν Δαυίδ,  ταν λθεν ες ατόν, καθήμενος ες Σεκελέμ, μετ τν φθορν τν μαληκιτν, νθρωπος μαληκίτης π τ σταρτόπεδον το Σαούλ, λος καταξεσχισμένος κα χμα χων ες τν κεφαλήν του, κα νάγγειλε τν θάνατον το Σαολ κα το ωνάθαν.
     Δροσιά, λέγω κα γώ, δροσι κα βροχ ν μ πέσουν πλέον περ τν Φαληρέα, κα παρχς ν μ δώς γ κείνη·  ες τν γν κείνην πεσεν δυνατός,   κοφος   πρ   ετος κα πρ λέοντας κραταιός (*), δυνατς το ποίου ρομφαία δν σκεπάζετο π τν θήκην τς πρν πρτον βαφ μ τ αμα τν φονευμένων, πρν λειφθ μ τν δυνατν τ παχέα σπλάγχνα. (**)
     Κλαύσατε,  θυγατέρες τς  ούμελης (***), τν θάνατον το Καραϊσκάκη, κλαύσατε θυγατέρες τς ούμελης,  τν θάνατον κείνου, ποος, καταταχθες π κεφαλς τν δελφν σας, λάμπρυνε τ αχμηρόν πρόσωπόν σας, σς βγαλε τ πένθιμα φορέματα, σς νδυσε λαμπρά, κα τρεχεν κάματος, τν τωρινν νοιξιν, ες τς κορυφς το μητο, δι ν κόψ κεθεν εοσμα νθη, κα ν στεφανώς τς παρθενικς κεφαλάς σας. λλ  τί προσκαλ, μόνον τς θυγατέρας τς ούμελης ες κλαυθμούς; Πς ν μν κλαύσωμεν λοι; πς ν παρηγορηθομεν δι τν θάνατον τοιούτου νδρός;
     Μεταφέρω τν νον μου ες τν πρ νς χρόνου ξιοθρήνητον κα τρομερν τς πατρίδος στιγμήν·  τ νέφος βλέπω το δουλικο σκότους ξαπλωμένον π  τς λλοτε λαμπρς κα τότε ζωφομένας κορυφς το Μακρυνόρους, κα π τ παράλια τς καρνανίας  ως τ πέριξ τς ττικς· τ νέφος τοτο σκέπαζεν ς μαρος μανδύας τ νεκρικν κρεββάτι τς ούμελης  μακρ κα βαθ σκοτάδι σύρετο κατόπι το νεκρικο ατο μανδύου καταπυκνωμένον, κα φοβέριζε ν πέσ λον κα ες τ πρόσωπον τς Πελοποννήσου, τν ποίαν κα ατν εχεν ποσβολωμένην Αγυπτιακή μίχλη.
     Πάντ ναντίαν τς νεκρικς κείνης σκηνς χω σκηνν σήμερον πρ φθαλμν μου. Φς λευθερίας, φς δόξης βλέπω σήμερον χυμένον π τς κορυφς το Μακρυνόρους κα τ παράλια τς καρνανίας ως τ πέριξ τς ττικς· τ φς τοτο τς λευθερίας κα δόξης νυπρχεν ες τς ψυχς τν Ρουμελιωτν, λλ δν χύθη ες τν σκοτισμένην κείνην γν παρ δι τς σχυρς δεξις το Καραϊσκάκη. Ατός, διασκορπισμένα τ παλληκάρια τς ούμελης  τδε κακεσε, κδίκησιν πνέοντα κα αμα χθρικν διψώντα, διότι μολυσμς ποδουλώσεως δν ξαλείφεται παρ μ αμα, τ σύναξε κα τ δήγησε πάλιν ες τ στάδιον τς πολεμικς καρτερίας, γινόμενος διος ατς τ τραν παράδειγμα, ες δεκάμηνον διάστημα, τς πολεμικς ατς καρτερίας. Παντοδαπς λλείψεις πασχε τ π τν δηγίαν του στρατόπεδον τς λλάδος, λλά ποτ δν γόγγυσε δι τς πολυειδες του κακουχίας κα ταλαιπωρίας, ποτ δν νέδοσεν ες σους πειρασμος δι τν θέσιν ες τν ποίαν ερίσκετο πέπεσε· σεμνυόμενος δικαίως ες τ ψηλν ξίωμα τς ρχηγίας, μ τ ποον Κυβέρνησίς του τν τίμησε, ποτ δν νόμισεν τι ατ μόνον μποροσε ν τν λαμπρύνη· ξευρεν τι τ ργα μόνα εναι λαμπρότης. θεν ξιος το ψηλο ατο ξιώματος φαίνετο δι τν ργων του· τρομος πάντοτε ες τος πολέμους, τρομώτερος  πολ φάνη καθ’ διάστημα ταν ρχηγς τν κατ τν στερεν λλάδα στρατευμάτων. Τότε εχε ψωμ κα ατός, ταν εχαν κα ο γαπητοί του λληνες· κλίνη του τον κλίνη πλο σταρτιώτου· πρωταγωνιστς παῤῥησιάζετο, κα τν τιμν το γνος λην τν πέδιδεν ες λλους· νθουσιασμένος δι τν παλληκαριάν, ς παλληκάρι κα διος, τν τιμοσεν που τν βλεπε, κα τν ντάμειβε πλουσιοπάροχα· τος γνωστος δι τν νδρείαν τος κατ΄ νομα,  ταν ξεσπάθονεν ν καιρ μάχης, δι ν τν κολουθήσουν· βγανε τ πιστόλιά του π τ ζωνάρι, κα μ ατά, ες νταμοιβν παλληκαρις, στόλιζε το παλληκαριο τν μέσην· λυε τν ζώνην του κα διδεν ες τς νάγκας το πολέμου κα τ στερον νόμισμά του. δο λληνες, σα χαρακτηρίζουν τν ξιον δηγν στρατευμάτων, δο σα λαμπρύνουν τ ψηλν ξίωμα τς ρχηγίας, δού σα παθανατίζουν τν πολεμικόν, κα ποκαταστένουν τν στρατηγόν, ποθητν ες τν σταρτιώτην, σεβαστν ες λον τ θνος του, κα φημισμένον ες λα τ θνη κα ες λους τος αώνας. Πς λοιπν λοι ν μν κλαύσωμεν; πς ν παρηγορηθομεν δι τν θάνατον τοιούτου νδρός;
     Τοιαύτη στάθη διαγωγ το πατριώτου Καραϊσκάκη ες τ διάστημα τς δεκαμήνου ρχηγίας του· λλ΄ τελευταία στιγμή τς ζως του, στιγμή,  ποία νακαλύπτει λον τν νθρωπον κρυπτόμενον πολλάκις ν σω ζ, το πισφραγίζει τν ληθινν δόξαν, κα το στένει τρόπαιον κόμη μονιμώτερον, π τ ποον  ξιότης του στησεν ες ράχοβαν. κούσατε στρατιωτικοί, κούσατε πολται τς λλάδος, κούσατε φιλλέληνες κα φιλάρετοι Ερωπαοι τ τς τελευταίας στιγμς του. Θανατηφόρα πληγωμένος φέρθη ες τ πλοον (****) το μεγάλου Στολάρχου τς λλάδος, δι ν λάβ τν δυνατν ατρικήν περιποίησιν· γυμνασμένος ξ παλν νύχων ες τ σπαθ κα τ τουφέκι, εδήμων τς φύσεως τν πληγν, γνώρισε μόνος του τι βοήθεια τς ατρικς δν θελεν φελήσει, κα τι τ τέλος τς ζως του τον γγύς·  μ πνεμα τότε τάραχον, μ πρόσωπον γαληνόν, κα μ φωνν κατανυκτικν μίλησε πρς τος περιεστώτας πλαρχηγούς, παρόντων κα το μεγάλου Στολάρχου κα το ρχιστρατήγου  τς λλάδος, κατ τν ξς τρόπον· «Μέγα βάρος μ πιφόρτισεν πατρίς μου· μ δέκα μηνν δεινος γώνας πλήρωσα τ χρέος μου· δν μ μελλε παρ ζωή· δού  θυσία τς πατρίδος  κα ζωή μου· ες τν πατρίδα μου τν χρεωστοσα, ες τν πατρίδα μου τν ποδίδω· ποθνήσκω· ο στρατιταί μου ς τελειώσουν τ ργον μου, ς μο λευθερώσουν τς θήνας.» Ατ επε κα παρέδωκε τ πνεμα  ες χείρας το πλάστου του. Τίνος καρδία δν κατανύγεται ες τοιοτον κουσμα; Πς ν μν κλαύσωμεν λοι; πς ν παρηγορηθομεν δι τν θάνατον νδρός, ποος ποθνήσκει, κα τ νομα τς γλυκητάτης πατρίδος κόμη τ τραυλίζουν τ νεκρωμένα χείλη του;
     λλ ες νδρας ποθνήσκοντας δι τν πατρίδαν εναι πολλ δεκτότεραι π τος κλαυθμος α πράξεις πέρ πατρίδος δι τν ποίαν κα θυσιάσθησαν, κα τς ποίας κα ξεψυχοντες εχαν ες τ στόμα τ γιον νομα· ναι· α πράξεις α ποαι τος δόξασαν ζώντας, αταί κα μετ θάνατον τος εχαριστον πραττόμεναι, κατ μίμησίν των· ατα ναβαίνουν ς θυμίαμα ες τ ψη τν ορανν, που, φοροντες   ο οίδιμοι ατο νδρες τς ρετς τος  στεφάνους, κάθονται κτινοβολοντες πλησίον το θρόνου τς θείας Μεγαλειότητος.
     Στρατιται τς πατρίδος ο κατ τ στρατόπεδον τς ττικς ερησκόμενοι! στρατιται, τος  ποίους Καραϊσκάκης δήγησε τόσαις κα τόσαις  φορας ες τν δόξαν, νθυμηθτε τι δν τρέχατε  δι’ λλο μαζή του τόσον φοβοι ες τος κινδύνους, δν χορτάσατε τ σπαθία σας μ τς σάρκας τν χθρν ες ράχοβαν κα Βελίτζαν, δν τος ποδιώξατε ασχρς π τ Δίστομον κα Σάλωνα, παρ δι ν λευθερώσετε τν ποδουλωμένην γν σας π τος τυράννους σας· κάθε κίνημά σας ες λευθέρωσιν τς ούμελης, λέγετε μόνοι σας, εναι λισθηρόν, κάθε νίκη καρποφόρητος, ν δν ρπάσετε π τς χερας τν πίστων τν ερν τν θηνν πόλιν. Ατ φωνάζοντες ο διοι παῤῥησιάσατε τ στήθη σας μπροσθεν ατς τς πόλεως, προωρισμένης σως π τν θείαν Πρόνοιαν δι ν γενν πρωτεύουσα τς ναγεννωμένης  λλάδος· ες πολλς κα δεινς περιπλοκς μ τος ατούς χθρος μπλέχθητε· πείναν, γύμνωσιν, παγετος καταφρονήσατε· πληγ π τν κακοπάθειαν γινε τ σμα σας, μόνον κα μόνον δι ν στεφανώσετε τ πέρλαμπρα ργα σας μ τν θηνν τν διάσωσιν· τρόμητος ρχηγός σας πρ ατς τς πόλεως μαχόμενος  πέθανε, κα ες τ χώματα τς δίας ατς πόλεως χυσε τ αμα του. Στρατιται παρόντες, κα πόντες! κόμη τ αμα του χνίζει· χθς  γ παράλαβε τ σμα του, σήμερον περιμένει π σς τς πιταφίους τιμάς του, π σς τς περιμένει, πλν τς περιμένει ς στρατιώτης  π στρατιώτας, ς ποθανν πρ τς πόλεως τν θηνν π μαχομένους ποφασιστικ πρ τν θηνν. Σταρτιται! χ  τν στερινν λόγων  το ρχηγού Καραϊσκάκη περιφέρεται κόμη ες τάς κοάς μας. « Τελειώσατε, Συστρατιται,  λέγει ρχηγός σας,  τ ργον μου, λευθερώσατέ μου  τς θήνας, τς θήνας λευθερώσατέ μου».  Σρατιται! Ατ εναι διαθήκη του, σες σθε ο κτελεστα τς διαθήκης του, ατ εναι γραμμένη μ τ χυθν  πρ πατρίδος αμα του, κα τ αμα του κόμη χνίζει, κα τ σμα του χθς τάφος τ παρέλαβε· τιμήσατε,  στρατιται καθ΄ ν τρόπον διος σς παράγγειλε, τν μνήμη του· ατς πέθανεν, λλ τ παράδειγμά του ζ· λλ τί λέγω τ παράδειγμά του ζ; ατός διος εναι οράτως μαζή σας, λλ χι πλέον πενιχρά, κατεξεσχισμένα κα δυσώδη νδυμένος, χι πλέον αχμηρς ς ζοσε μαζή σας, ατς σς παῤῥησιάζεται νδυμένος τ χρυσοΰφαντον  φόρεμα τς δόξης, τ φόρεμα, τ ποον νδύει τν στρατιώτην  ες τ στάδιον τς μάχης πρ πατρίδος θάνατος, ατός, λληνες, ατός, καθ΄ ν στιγμν ξεσπαθωμένοι κτυθήσετε τ τείχη τν θηνν, θέλει σς παῤῥησιασθή τότε ς σχυρς γγελος τς ποκαλύψεως, καταβαίνων κ το ορανο, περιβεβλημένος νεφέλην, κα ρις π τς κεφαλς ατο, κα τ πρόσωπον ατο ς λιος, κα ο πόδες ατο ς στύλοι πυρός· ναί, τοιοτος θ σς παῤῥησιασθ, πειδ τόση λαμπρότης περιχύνεται μετ θάνατον ες ποιον θελεν ποθάνει πρ πατρίδος· ατ θέλετε κούσε κείνην τν στιγμν παναλαμβάνοντα μεγάλη φων, ,τι  κα ν νέβαινεν ες τος ορανούς, λεγε· Συστρατιται τελειώσατε τ ργον μου, λευθερώσατέ μου τς θήνας, τς θήνας λευθερώσατέ μου. . .

(*) πρ ετος κοφοι κα ύπρ λέοντας κραταιώθησαν(Βασιλ. Δευτ. Κεφ. Α’)
(**) φ’ αματος τραυματιν κα π στέατος δυνατν τόξον ωνάθαν οκ πεστράφη κενόν πίσω κα ρομφαία Σαολ οκ νέκαμψε κενή.(Ατόθι)
(***) Θυγατέρες  π Σαολ κλαύσατε τν νδιδύσκοντα μς κόκκινα μετ κόσμου μν, τν ναφέροντα κόσμον χρυσον π τ νδύματα  μών. (Aτόθι)
(****) Τοιαται  εδήσεις σαν καθ΄ ν στιγμν ξεφωνήθη λόγος.
Υ.Γ: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ορκίστηκε πρωτοπαλίκαρο στον «νταιφά»  του   Κατσαντώνη, στους Άγιους Ταξιάρχες στο Μάραθο   και ήταν αυτός που έβαλε πρώτος στην μάχη της Σπανορούλας, το 1807 στο Μάραθο,  σκοτώνοντας έτσι το Βελή - Γκέκα  , διαλεχτό του Αλή  και απεσταλμένο του , για την εξόντωση του Κατσαντώνη.