Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Αλέξης Μητρόπουλος Καθηγητής Εργατικού Δικαίου: - «Όταν η κυβέρνηση λέει ότι αλλάζουμε τη χώρα στα εργασιακά ζητήματα, σημαίνει ότι καταργεί όλες τις κατακτήσεις της Εργασίας κατά τον τελευταίο αιώνα.»

 ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στο Καρπενήσι βρέθηκε ο Καθηγητής Εργατικού Δικαίου και Πρόεδρος της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους κ. Αλέξης Μητρόπουλος, καλεσμένος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Καρπενησίου, της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Ευρυτανίας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της π. Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευρυτανίας.
Σκοπός της επισκέψεώς του ήταν η ομιλία του στο Συνεδριακό Κέντρο Καρπενησίου με θέμα «Μνημόνιο. 

Το νέο ασφαλιστικό τοπίο και οι εργασιακές σχέσεις», η οποία πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη 28 Απριλίου 2011 στις 7 το απόγευμα.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο κ. Μητρόπουλος αναφέρθηκε στα νέα δεδομένα της ασφάλισης, αλλά και της συνταξιοδότησης των εργαζομένων, ενώ μετά το πέρας της ομιλίας του ο κ. καθηγητής και οι συνεργάτες του, για αρκετή ώρα απαντούσαν   στα ερωτήματα των παρευρισκομένων.
Τον κ. Μητρόπουλο συνόδευσαν οι εξειδικευμένοι νομικοί Διονύσης Τεμπονέρας και Αλεξάνδρα Στίγκα, καθώς  και ο νομικός και εκπρόσωπος της ΕΝΥΠΕΚΚ κ. Δημήτρης Μητρόπουλος.
Μετά την ολοκλήρωση της εκδήλωσης ο κ. Μητρόπουλος παραχώρησε στον ΕΠ και στην Βάσω Φεγγούλη αποκλειστική συνέντευξη μιλώντας για το Μνημόνιο, τα νέα μέτρα στο ασφαλιστικό τοπίο, αλλά και τις εξελίξεις που θα σημειωθούν στον εργασιακό χώρο του δημόσιου τομέα.
Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα στη συνέντευξη που ακολουθεί.


Κύριε καθηγητά, καλώς ήλθατε στο Καρπενήσι. Σας ακούσαμε και σήμερα να εκφράζεται τις αρνητικές θέσεις για το Μνημόνιο. Που στηρίζετε αυτή σας την θέση; Πείτε μας, υπάρχει άλλη λύση;
Το ερώτημα είναι ετεροχρονισμένο, αφού διανύουμε πλέον τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής του Μνημονίου. Πολλούς μήνες προ της υπαγωγής μας στο Μνημόνιο της τριαρχίας των δανειστών μας, έχω εκφράσει τη διαφωνία μου για το ενδεχόμενο της υπαγωγής μας στο σχέδιο διακυβέρνησης, που φαινόταν ότι θα μας επιβληθεί. Είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να κινηθούμε σοβαρά και διακριτικά, χωρίς φωνασκίες, αυτουπονομεύσεις και κατηγορίες για τη χώρα και τον λαό σε μια συντεταγμένη και πολύπλευρη πολιτική δανεισμού όχι μόνο από τις συνήθεις πηγές, αλλά και με διακρατικές συμφωνίες εκτός ΕΕ, τότε που ακόμη τα επιτόκια ήσαν πολύ χαμηλά (δηλαδή στο 1/10 του σημερινού τους επιπέδου). Οφείλαμε να αξιώσουμε απευθείας μεταβιβάσεις από την ΕΕ λόγω της καταπλεονεκτικής λειτουργίας των κανόνων της ΟΝΕ και της μη ελεγχόμενης κρίσης βάσει του άρθρου 122 παρ. 2 της «Λειτουργικής» Συνθήκης της Λισσαβόνας.
Ταυτόχρονα προτείναμε την έκδοση λαϊκού ομολόγου που θα αντικριζόταν από τα ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να μην υποθηκευθούν από τους δανειστές μας, όπως έγινε με τη Δανειακή Σύμβαση. Έτσι, με αυτές και άλλες έξυπνες και μυστικές ή διακριτικές κινήσεις και τα ομόλογα του ελληνικού χρέους που έληγαν μπορούσαμε να ανανεώσουμε με χαμηλό τόκο και χρήματα για την οικονομική ανάπτυξη να διαθέσουμε. Πάνω απ’όλα όμως οφείλαμε να δημιουργήσουμε έναν ισχυρό και δεσπόζοντα κρατικό τραπεζικό πυλώνα, που θα μπορούσε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και στους δύο αυτούς σκοπούς, όπως κάνουν και άλλες χώρες, των οποίων οι Τράπεζες δανείζονται με χαμηλό επιτόκιο (λίγο πάνω από το 1%) από την ΕΚΤ και διαθέτουν τα χρήματα στην εθνική τους οικονομία.
Τώρα το ερώτημα πρέπει να αφορά στην έξοδο ή όχι από το Μνημόνιο. Η καταγγελία του είναι επιβεβλημένη όχι μόνο γιατί καταστρέφει την άυλη και ενσώματη διαχρονική υπόσταση του κοινωνικού μας σχηματισμού, αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό. Εξάλλου, όλες οι οικονομετρικές του προβλέψεις έχουν αποτύχει παταγωδώς. Εφαρμόζεται ένα μοντέλο ξένο προς τη χώρα και τις ανάγκες της και οι Έλληνες πρέπει να αποτρέψουν τη διαιώνισή του και να ανακτήσουν μια στοιχειώδη αυτονομία αναδιαμόρφωσης του οικονομικού μοντέλου της χώρας. Αυτό το μοντέλο πρέπει να βρίσκεται στον αντίποδα του ετερόνομου και ετοιμόρροπου μοντέλου που εφαρμόστηκε κατά τις περασμένες δεκαετίες και επομένως είναι αδύνατο να εφαρμοστεί από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό.

Υπάρχει κίνδυνος να φτάσει το κράτος στο σημείο να μην μπορέσει να πληρώσει τις συντάξεις;
Η αντιαναπτυξιακή και αντικοινωνική πολιτική του Μνημονίου μπορεί να οδηγήσει και σ’αυτό. Όταν μάλιστα όλες οι Κοινωφελείς Επιχειρήσεις και ο κύριος δημόσιος πλούτος παραδοθούν στις Αγορές, τότε το κράτος θα έχει παντελή αδυναμία άσκησης και της στοιχειώδους οικονομικής πολιτικής. Οι δαπάνες για το Κοινωνικό Κράτος θα ορίζονται από τους δανειστές. Ήδη με το Μνημόνιο και τους δύο ασφαλιστικούς νόμους (ν.3863/2010 και 3865/2010), η αύξηση της δαπάνης για το συνταξιοδοτικό (που περιλαμβάνει κύριες και επικουρικές συντάξεις, καθώς και τα εφάπαξ βοηθήματα και κάθε παροχή που εξομοιώνεται με σύνταξη) ορίζεται ότι δεν πρέπει να ξεπεράσει το 2,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότερες συντάξεις του μέλλοντος με πολύ περισσότερους συνταξιούχους δεν θα ξεπερνούν τα όρια της φτώχειας.

Το τελευταίο διάστημα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μπαράζ λουκέτων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως και εδώ στο Καρπενήσι, όπου η κατάσταση έχει γίνει ιδιαίτερα ανησυχητική;
Το Μνημόνιο και οι δανειστές θεωρούν ότι ο τομέας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι πολύ διογκωμένος και πρέπει να συρρικνωθεί ραγδαία. Επομένως, οι όροι χρηματοδότησής τους θα δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο, ώστε να μην μπορούν να επιβιώσουν. Μεγάλο ζήτημα που θα προκύψει είναι η αστρονομική αύξηση της ανεργίας, αφού στον τομέα αυτόν απασχολείται ο μεγαλύτερος αριθμός των εργαζομένων.

Προβλέπετε δηλαδή και νέο μπαράζ λουκέτων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις;
Ναι. Οι οργανώσεις των μικρομεσαίων πρέπει να διαβάσουν τα κείμενα του διαρκώς και προς το χειρότερο επικαιροποιούμενου Μνημονίου και να κατανοήσουν το εχθρικό προς αυτούς πνεύμα του, ώστε να λάβουν τις αναγκαίες αποφάσεις. Η πολιτική του αποπληθωρισμού και της αφαίμαξης της οικονομίας που εφαρμόζεται δεν είναι απλό σύμπτωμα προδιαγεγραμμένης ύφεσης, αλλά κατηγορηματικό σχέδιο των δανειστών μας.

Εκτιμάτε δηλαδή ότι οι ιδιωτικοποιήσεις μπορούν να βοηθήσουν στην λειτουργία της αγοράς και γενικότερα στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας;

Σε όλες τις χώρες της ύστερης ανάπτυξης, τη διαδικασία αναγέννησης της κοινωνίας και της οικονομίας πυροδότησε ο ισχυρός, διευρυμένος και αποτελεσματικός δημόσιος τομέας. Οι νεοφιλελεύθεροι όμως, μαζί με τις ιδιοτελείς «δεξαμενές σκέψης» της χρηματοοικονομικής βιομηχανίας, χωρίς να παρουσιάζουν τις στατιστικές για τα καταστροφικά αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων αγαθών και των Κοινωφελών Επιχειρήσεων, έχουν περάσει την αντίληψη ότι, με την παράδοση όλων των επιχειρήσεων δημοσίου συμφέροντος και όλων των περιουσιακών στοιχείων του κράτους στις Αγορές, θα ανοίξει ο δρόμος του παραδείσου. Πρόκειται περί μιας μεγάλης παραπλάνησης, που δυστυχώς έχει αλλοιώσει τις συνειδήσεις πολλών καλόπιστων πολιτών. Με τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις η χώρα θα γίνει ετερόνομη και -πλην των άλλων- θα ματαιώσει τη δυνατότητα εναλλακτικής οργάνωσης του Μέλλοντος.
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να οργανωθεί η Δημόσια Διοίκηση και τα μορφώματα της Κοινωνικής Οικονομίας με τις βέλτιστες μεθόδους και τους αρίστους λειτουργούς, ώστε να παράγονται επαρκή και ποιοτικά αγαθά και υπηρεσίες, προσιτά σε όλους τους πολίτες. Αυτό όμως θα γίνει και με τη βοήθεια ενός ισχυρού τραπεζικού πυλώνα, από τον οποίο θα ελέγχεται η παραγωγική ροή του χρήματος και θα αποφεύγονται οι κερδοσκοπικές κινήσεις. Η ελλαδική επικράτεια με τα εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα, τα πολλά νησιά και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες γεωστρατηγικές ανακατατάξεις, τα ανοιχτά εθνικά θέματα και τις εντεινόμενες αμφισβητήσεις των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, δεν έχει την πολυτέλεια να παραδώσει κρίσιμους τομείς της οικονομίας της στο νομαδικό και άπατρι κερδοσκοπικό κεφάλαιο.

Ένα ακόμη μείζον πρόβλημα είναι αυτό της έξαρσης της ανεργίας. Θα βοηθήσουν τα προγράμματα που εξαγγέλλει η κυβέρνηση;
Ήδη η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι απλώς επιβραδύνεται ο ρυθμός αύξησης της ανεργίας με την εφαρμογή αυτών των προγραμμάτων. Δηλαδή η ανεργία δεν ανακόπτεται. Η εφαρμοζόμενη πολιτική του Μνημονίου θα την εκτινάξει ακόμη περισσότερο. Ακόμη δεν έχουμε δει τα χειρότερα. Τα προγράμματα αυτά είναι απλώς μια ασπιρίνη στην ανίατη ασθένεια.

Θα πρέπει να συμβιβαστούμε ότι ο 13ος και 14ος μισθός μετεξελίχθηκαν τελικά σε απλά επιδόματα ή μετά την κρίση θα επανέλθουμε στην πρότερη κατάσταση;
Το Μνημόνιο και οι σχετικοί νόμοι περιλαμβάνουν μόνιμες επιδεινώσεις υπό το μανδύα της εύηχης αλλά παραπλανητικής λέξης των «μεταρρυθμίσεων». Ό,τι αφαιρείται, δεν επανέρχεται και όλα τα άλλα είναι απλώς φληναφήματα για τους αφελείς. Όταν η κυβέρνηση λέει ότι αλλάζουμε τη χώρα στα εργασιακά ζητήματα, σημαίνει ότι καταργούμε όλες τις κατακτήσεις της Εργασίας κατά τον τελευταίο αιώνα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλληνας που δεν έχει κατανοήσει την απροκάλυπτη αυτή αλήθεια.

Με βάση τους νόμους Λοβέρδου, τι τελικά θα ισχύσει για τα επικουρικά, το εφάπαξ, τα βαρέα και ανθυγιεινά;
Το κράτος αποσύρεται παντελώς από τη στήριξη των Επικουρικών Ταμείων και των Ταμείων Προνοίας. Στο Μνημόνιο αναφέρεται ότι η κυβέρνηση θα εξασφαλίσει την ουδετερότητα του κρατικού προϋπολογισμού γι’ αυτά. Επομένως με την ανακοίνωση των αναλογιστικών μελετών και την σύμπτυξη των Ταμείων, προβλέπονται περαιτέρω περικοπές μέχρις καταργήσεώς τους, αφού τέτοιοι θεσμοί δεν χωρούν στη λογική των δανειστών μας. Όσον αφορά τα βαρέα και ανθυγιεινά, θα ισχύσει νέα λίστα που θα τα περιορίσει στο 10% του εργατικού δυναμικού κατά τη ρητή διάταξη του Μνημονίου.

Και μια ξεχωριστή ερώτηση με την ιδιότητά μου ως Θεολόγος. Θα ευνοήσει τους κληρικούς το Ενιαίο Μισθολόγιο;
Το Ενιαίο Μισθολόγιο θα περιορίσει τη μισθολογική δαπάνη του Δημοσίου και αυτό μακροπρόθεσμα δεν θα ωφελήσει κανέναν και ασφαλώς ούτε τους κληρικούς. Όταν ο αρμόδιος υπουργός ισχυρίζεται ότι στο τέλος της τετραετίας οι υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα θα είναι οι λιγότεροι από κάθε άλλη χώρα-μέλος του ΟΑΣΑ (με απώτερο βέβαια σκοπό την ελαχιστοποίηση της μισθολογικής δαπάνης), ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι πλήττεται το κρατικό μόρφωμα και ότι, ανεξαρτήτως από ελάχιστες μειώσεις, ή έστω και μικροαυξήσεις προσωρινού χαρακτήρα στους χαμηλόμισθους, η πτωτική πορεία δεν αλλάζει. Η τριαρχία το ομολογεί ευθέως και η κυβέρνηση το εκτελεί. Ότι δηλαδή δεν πρέπει να υπάρχει εργασιακό σύστημα πλήρους και ασφαλισμένης απασχόλησης που θα «τραβά» και τα άλλα εργασιακά συστήματα προς τα πάνω, αλλά όλα πρέπει να εξομοιωθούν προς τη ζούγκλα του ιδιωτικού τομέα. Και δυστυχώς για τους νέους ανθρώπους, πολλοί πέφτουν στην παγίδα και στρέφονται εναντίον αλλήλων, ώστε να περάσει -μέσω του κοινωνικού αυτοματισμού- αυτή η αντικοινωνική αποδόμηση. Οι άνεργοι εναντίον των χαμηλόμισθων, οι εργαζόμενοι part-time ή εκ περιτροπής εναντίον των εργαζομένων με πλήρες ωράριο, οι ωρομίσθιοι εναντίον των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου  ή έργου, αυτοί εναντίον των εργαζομένων με σύμβαση αορίστου χρόνου και όλοι μαζί εναντίον αυτών που εργάζονται με μόνιμη και ασφαλισμένη απασχόληση. Μέσω του κατακερματισμού της κοινωνίας επιδιώκουν την κατάργηση όλων των εργασιακών κεκτημένων. Αλλά από αυτή τη λαίλαπα δεν θα γλυτώσει κανένας μακροπρόθεσμα.

Τι μπορεί πρακτικά να κάνει ο πολίτης απέναντι σε αυτή την επίθεση των εισοδημάτων του που δέχεται;
Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι μόνον η απομείωση των εισοδημάτων του που πρέπει να τον ενδιαφέρει, αλλά και η λειτουργία της Δημοκρατίας, κυρίως δε η προστασία της εθνικής μας κυριαρχίας και της υλικής και άυλης υπόστασης του εθνικού μας σχηματισμού. Οι πρόγονοί μας μάς έχουν διδάξει τι κάνουν οι ελεύθεροι και συνειδητοί πολίτες σε παρόμοιες περιπτώσεις απώλειας των δυνατοτήτων αυτοπροσδιορισμού.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να μας σχολιάσετε την πρόσφατη απόφαση του Υπουργού σχετικά με την αύξηση ωρών εργασίας από 37,5 σε 40 ώρες εβδομαδιαίως.
Εννοείτε προφανώς την αύξηση των ωρών εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, για την οποία δεν υπάρχει ακόμη νομοθετική ρύθμιση, αλλά υπουργική εξαγγελία. Είναι προφανές (και το εξήγησε άλλωστε ο αρμόδιος υπουργός) ότι αυτό γίνεται για να μειωθεί ακόμη περισσότερο ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων. Η τρόικα και οι Αγορές επιθυμούν να συρρικνωθεί ο δημόσιος τομέας στο ελάχιστο. Και γι’αυτό προσπαθούν να αποτρέψουν νέες προσλήψεις στις κενές θέσεις εργασίας που υπάρχουν. Έτσι χάνεται και ένας εργασιακός χώρος που απορροφούσε μερικώς την εκκωφαντική αδυναμία του ιδιωτικού τομέα να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.