Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Έτσι, χωρίς τίτλο - Γράφει ο Γιώργος Σταυράκης

Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις η εκκλησία είναι ο θεσμός που εμπιστεύονται περισσότερο οι Έλληνες σε ποσοστό περίπου 70%. Αυτό το ποσοστό δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, άλλωστε εάν λάβουμε υπόψη την ιστορία όταν η ορθοδοξία ήταν συνώνυμη με τον ελληνισμό και κανείς δεν ένιωθε Έλληνας χωρίς να είναι ορθόδοξος στο θρήσκευμα.
Ας θυμηθούμε τον Ελληνισμό του Εύξεινου Πόντου όταν στα χρόνια της τουρκικής θηριωδίας με τη μεθοδευμένη γενοκτονία οι Πόντιοι πρώτα δήλωναν πως είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ύστερα ότι είναι Έλληνες. Ήταν δε, τόσο βαθιά ριζωμένο το θρήσκευμα στις συνειδήσεις τους, που ενώ, υποχρεωτικά (βίαια) γινόταν ο ενταφιασμός χριστιανού σε μουσουλμανικό κοιμητήριο, την νύχτα «έκλεβαν» το νεκρό για τον ενταφιάσουν σε χριστιανικό.
Αυτή, λοιπόν, τη δύναμη η Εκκλησία σήμερα δείχνει να την αγνοεί προτιμώντας την πεπατημένη που της εξασφαλίζει διαχρονία.  Έχει επιλέξει, φαίνεται, «αμυντική» συμπεριφορά χωρίς τη βούληση να παρέμβει στα μεγάλα κα σημαντικά που ταλανίζουν τη συνοχή της κοινωνίας που ποιμαίνουν. Αν το ιερατείο γνώριζε ότι κάθεται στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου πολύ μεγάλου κυβισμού, χωρίς όμως να συνειδητοποιεί τη μεγάλη δύναμη ου κινητήρα, θα μπορούσε σε ένα βαθμό, να επαναφέρει στην τάξη πολλά από τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας. Ο εφησυχασμός, αν πρόκειται για κάτι τέτοιο, μοιάζει με εκείνο των Βυζαντινών με το γνωστό αποτέλεσμα το 1453. Η εκκλησία, ως ένας από τους τρεις πυλώνες της κοινωνία μας, ως κεντρικός παράγοντας των κοινωνικο-αξιακών εξελίξεων στην Ελλάδα, επηρεάζει βαθύτατα πρόσωπα και καταστάσεις, ας μην το αγνοούμε αυτό. Μολαταύτα, με τα χρόνια, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να διεκδικεί επιτυχώς το ρόλο που της αναλογεί ως ένας από τους κεντρικούς πυλώνες της κοινωνίας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι και οι άλλοι δυο (πολιτική, επιστήμες) πάνε πολύ καλύτερα. Πρώτον για την Εκκλησία έχουν εκλείψει οι ιστορικοί λόγοι που της το επέβαλα και δεύτερον γιατί η Ελλάδα σήμερα είναι πιο ευρεία από αυτό που σηματοδοτεί η Εκκλησία. Άλλωστε και οι ίδιοι οι Έλληνες έχουν αλλάξει. Υπολογίζεται ότι μόλις το 30% του πληθυσμού εκκλησιάζεται δύο φορές το μήνα με το 80% από αυτούς είναι ηλικιωμένα άτομα. Τα αίτια του «διαζυγίου» είναι πολλά και απαιτούν επιστημονική ανάλυση σε κοινωνικο – ιστορικό βάθος.
Ωστόσο, ίσως είναι χρήσιμο να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια η Εκκλησία ταλανίζεται από μια σειρά οικονομικά και σεξουαλικά σκάνδαλα, ενώ ένας μητροπολίτης βρέθηκε στη φυλακή. Αυτό όμως δεν αναιρεί το αξιόλογο έργο της Εκκλησίας και ούτε πρέπει ποτέ να γίνονται στερεότυπα οι πράξεις των ολίγων σε βάρος των πολλών.
Η αδυναμία μεγάλου μέρους του ιερατείου να συλλάβει, σε όλο τους το φάσμα, τις παγκόσμιες εξελίξεις και τα κοινωνικά ρεύματα, πιστεύω πως είναι ακούσια. Η ανθρωπότητα τα τελευταία 30-40 χρόνια έχει πραγματοποιήσει άλματα στον τρόπο σκέψης και τα μοντέλα ζωής. Βεβαίως, πολλά από αυτά τα βήματα «προόδου» μπορεί να μην είναι τα καλύτερα. Οι πνευματικοί πατέρες ωστόσο, πιστεύω δεν θα πρέπει να επιμένουν σε δογματικές θέσεις, επειδή αυτές πηγάζουν από τα πατερικά κείμενα γραμμένα πολλούς αιώνες πριν.
Η θρησκεία (όποια θρησκεία) είναι προπάντων πράξη. Ο αληθινός χριστιανός δεν φροντίζει μόνο τον εαυτό του ατομοκεντρικά.
Σκέφτεται, προσεύχεται και ενεργεί με σεβασμό και αλληλεγγύη για όλους τους ανθρώπους.
Φίλοι μου μιλήσαμε στην αρχή για τους τρεις μεγάλους πυλώνες (πολιτική, επιστήμες, θρησκεύματα) πάνω στα οποία στηρίζεται η ανθρωπότητα. Πρέπει εδώ να προσθέσουμε μια μνημειώδη ρήση του Albert Einstein για την επιστήμη του. Είπε:
«Επιστήμη χωρίς πίστη στο Θεό είναι παράλυτη, αλλά και η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή».