Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Gustavo Dudamel & Nicola Gabriel (Η τέχνη ως παιδεία και ως σωτηρία)

Αφορμή
Ο τίτλος του κριτικού αυτού σχολίου δεν είναι ούτε αυθόρμητος ούτε αθώος. Υπαγορεύτηκε από την «πίεση» που ασκήθηκε στον γράφοντα κατά τη διάρκεια της παράστασης της σχολής χορού του κ. Nicola Gabriel στις 22 Ιουνίου στο Συνεδριακό Κέντρο Καρπενησίου. Κυρίως ευθύνεται μια ηλικιωμένη – περιποιημένη και καλοστεκούμενη - κυρία, η οποία συγχαίροντας τον κ. Gabriel του είπε: «Ένιωσα ότι μου δώσατε σήμερα μια ευγένεια, έναν πολιτισμό». (Σκέφτομαι: «Πόσο συχνά συμβαίνει αυτό; Ποιος και με ποια μέσα μπορεί να το προκαλέσει;») Ο Nicola απαντά: «Σας ευχαριστώ, κυρία μου, είναι το πιο κολακευτικό σχόλιο που μου έγινε ποτέ στο Καρπενήσι».

Συνειρμός
Πέρσι τον Ιούνιο, αντίστοιχες μέρες, στο Ηρώδειο, στην ουρά συγχαρητηρίων για τον κ. Gustavo Dudamel, διευθυντή της ορχήστρας νέων της Βενεζουέλας «Simon Bolivar», μια κυρία λέει στο Μαέστρο: «Η μουσική και η ορχήστρα σας σώζουν τον κόσμο! Σας ευχαριστούμε!»
Συστάσεις
 Ο Gustavo Dudamel, από τη μια, επικεφαλής της ορχήστρας νέων της Βενεζουέλας, είναι «παιδί» του «El Sistema», ενός συστήματος ωδείων που ιδρύθηκε από τον Χ.Αντ.Αμπρέου στη Βενεζουέλα πριν από 30 χρόνια ως μοναδική διέξοδος καλλιέργειας  για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Πάνω από 200 μουσικοί, 12 με 26 ετών, επανδρώνουν την ορχήστρα «Simon Bolivar». Νέοι άνθρωποι – μουσικοί εκπαιδεύονται σε ένα απαιτητικό ρεπερτόριο σε ωδεία σε όλη τη χώρα – δωρεάν για τους νέους – εν μέσω λιποθυμιών (λόγω ασιτίας) και πυροβολισμών (λόγω υψηλής εγκληματικότητας). Κι όμως, «250.000 παιδιά στη Βενεζουέλα – όπου η οικονομική και κοινωνική κρίση είναι μόνιμη κατάσταση – σπουδάζουν μουσική και ετοιμάζονται να επανδρώσουν, ως επαγγελματίες, ορχήστρες σε όλο τον κόσμο. Γιατί αυτό να μη συμβεί παντού;» αναρωτιέται σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Gustavo Dudamel.
 Ο Nicola Gabriel, από την άλλη, Γάλλος χορευτής, εκ των ιδρυτικών μελών του μπαλέτου Αθηνών, με πλούσιο βιογραφικό, διατηρεί σχολή χορού – μπαλέτου τα τελευταία δώδεκα χρόνια (απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω) στο Καρπενήσι. Εκατοντάδες παιδιά της πόλης έχουν μάθει την τεχνική του κλασικού μπαλέτου από τον αρμοδιότερο δάσκαλο, ξεκινώντας από την «πρώτη position», για να φτάσουν ίσως μέχρι και το … νόημα της τέχνης. Γιατί, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, αυτό να μην αφορά και παιδιά – νέους, των οποίων οι γονείς δεν έχουν τα οικονομικά μέσα να τους προσφέρουν τέτοιες εμπειρίες;
Ανασκόπηση
της παράστασης
Πρώτο μέρος: Οι μικρές κυρίως τάξεις της σχολής παρουσιάζουν τον επίκαιρο – λόγω της προβολής της ομώνυμης ταινίας φέτος στις κινηματογραφικές αίθουσες και της πόλης μας – «ΜΑΥΡΟ ΚΥΚΝΟ» (BLACK SWAN), μέρους της περίφημης «λίμνης των Κύκνων» σε μουσική του Π.Ι.Τσαϊκόφσκι. Η σκηνική αφήγηση ξεκινά ήδη από το αφισάκι της παράστασης με κοντινό πλάνο στο βλέμμα της Natalie Portman από την αντίστοιχη αφίσα της ταινίας (άλλη μια αισθητική πρόταση: το καλό γούστο δεν προϋποθέτει απαραίτητα μεγάλο budget). Θέμα της: το κακό που αντιμάχεται το καλό. Οι μπαλαρίνες όλων των τάξεων εισέπραξαν το γενναιόδωρο χειροκρότημα του κοινού που ανταποκρίθηκε στην πρόκληση της υψηλής ποιότητας που προσέφεραν οι χορεύτριες.
Δεύτερο μέρος: Hip-Hop χορογραφίες. Μουσικός και χορευτικός μοντερνισμός. Ο ώριμος Nicola παρακολουθεί την εξέλιξη των μουσικο-χορευτικών ρευμάτων, συνομιλεί με την εποχή του, «σχολιάζει» τις νέες τάσεις της τέχνης του και βάζει τη σφραγίδα του. Εξαιρετικά τα επιλεγμένα μουσικά θέματα. Καλά προετοιμασμένοι και με κέφι οι χορευτές έκαναν το κοινό να αισθάνεται το hip-hop πολύ οικείο είδος χορού.
Τρίτο μέρος: Το γνωστό «(I ’m) singing in the rain» με έξυπνο συνδυασμό κοστουμιών και ομπρελών. Εύγλωττη η κίνηση των κοριτσιών, γεμάτη φρεσκάδα: Νόμιζες ότι βρέχει στο συνεδριακό! Σαν να το βλέπαμε για πρώτη φορά.
Τέταρτο μέρος: Αφιέρωμα στην Κλοτίλδη. Αυτό το μέρος της παράστασης είναι ο λόγος της συντομότερης αναφοράς στα προηγούμενα. Αναπάντεχα επαγγελματικό, αναπάντεχα στυλάτο! Μια ιστορία εμπνευσμένη από την περιπέτεια της γιαγιάς του Nicola σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Ο Nicola μοιράστηκε μαζί μας μια χορογραφία που ανέβηκε στο Λυκαβηττό το 1990, στα Φεστιβάλ Κύπρου, Καλαμάτας και αλλού.
Τι σύλληψη! Τι ποιότητα! Τι έκφραση και στυλ οι χορεύτριες! (Μπράβο κορίτσια!). Μοναδική αισθητική εμπειρία. Μέτρο και συγκίνηση. Η επιλογή του «Ο Infante» της Dulce Pontes σε ποίηση του Fernando Pessoa σε απρόσμενα οργανική σχέση με τη σκηνοθεσία του!
Πέμπτο μέρος: Tango Argentino. Φινέτσα και στυλ. Ο Nicola στη σκηνή για δεύτερη φορά – όπως και στο πρώτο μέρος, του «Μαύρου Κύκνου» - με στόφα μεγάλου χορευτή, βγαλμένη από αλλού… Οι «συμπαίκτριές» του στο ύψος των απαιτήσεων, στο πλευρό του δασκάλου τους.
Φινάλε: Swing. Μουσική με ρυθμό, Τζαζ χορευτική, στιγμές από το «Swing Kids» του  Thomas Carter. Ένα αγόρι «υποφέρει» από τα κορίτσια του! Όλα σωστά!
Σκέψεις
Στο χορό και την τέχνη, γενικότερα, ο θεατής προσδοκά να «πάθει κάτι». Να του συμβεί κάτι (αυτό που περιγράφει η θεωρία της Τέχνης ως «αισθητική συγκίνηση»). Με απλά λόγια, ο θεατής / δέκτης προσδοκά – συνειδητά ή ανεπίγνωστα - κάποιος να του «αλλάξει τα φώτα». O Nicola νομίζω ότι τα κατάφερε. Το μαρτυρούν τα χαμόγελα και τα ελαφρότερα βήματα των θεατών στο τέλος της παράστασης…
Το αμφιθέατρο του Συνεδριακού Κέντρου έγινε ένας χώρος τελετουργικός, χώρος παραγωγής αισθητικών εμπειριών. Ειδικά στο αφιέρωμα στην Κλοτίλδη (τη γιαγιά του Nicola). Η γεύση του θανάτου και η αναπαράστασή της μέσω της τέχνης γεννούν ελπίδες για εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Όταν βγαίνουμε στον έξω κόσμο, ωστόσο, και πάλι, τον εγκλωβισμένο στη δική του λογική, οι ελπίδες να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας μειώνονται δραματικά… (Γι’ αυτό οι δόσεις της τέχνης πρέπει να είναι συχνότερες).
Η μουσική μας βοηθάει να ονειρευόμαστε. Ο χορός μας δείχνει τον τρόπο που δονείται το όνειρο, το ρυθμό που χορεύει η βροχή, ο άνεμος, το φως, η ψυχή  μας, το σύμπαν.
Τα παιδιά και οι μεγαλύτεροι χορευτές μπορούν να χρησιμοποιούν και να εκφράζονται (να «μιλούν» και να «διαβάζουν») με τη γλώσσα του σώματος και την αφήγηση της κίνησης και του ρυθμού. Να αντιλαμβάνονται και να βιώνουν και την αισθητική πραγματικότητα. Αυτό είναι παιδεία.
Αν θέλουμε να φτιάξουμε μια νέα κοινωνία, όπως ισχυριζόμαστε οι νυν αγανακτισμένοι που θα υπερβεί την παρακμή της, ας επενδύσουμε στην τέχνη ως παιδεία. Αν στη Βενεζουέλα της εγκληματικότητας, του εμπορίου ναρκωτικών, της φτώχειας, 250.000 παιδιά «σώζονται» μέσω της μουσικής, ζουν μια ζωή που έχουν λόγους να την εκτιμούν, γιατί όχι και στην Ελλάδα, γιατί όχι και στο Καρπενήσι; (Για την ώρα, μάλλον, επειδή μένουμε στα λόγια: το λέμε, αλλά δεν το πιστεύουμε).
Η παράσταση του κ. Gabriel είχε ελλείψεις φυσικά: Δεν είδαμε τη φαντασμαγορία του σκηνικού και των κοστουμιών της περσινής Baroque ενότητας, δεν είχαμε ένα τυπωμένο πρόγραμμα, ώστε να πληροφορούμαστε θέματα, μέρη και πρωταγωνιστές (τίτλους χορογραφιών, τα μουσικά έργα που ακούστηκαν κλπ.). Ωστόσο, όταν στο κατάμεστο αμφιθέατρο του συνεδριακού κέντρου ακούσαμε την κ.Σερετάκη-Gabriel, παρουσιάστρια της εκδήλωσης, – για δεύτερη συνεχή χρονιά – να ευχαριστεί τους γονείς των μαθητών της σχολής για τη βοήθειά τους στη συγκέντρωση του ποσού ενοικίασης του Συνεδριακού Κέντρου για μια παράσταση που είδαμε ως θεατές δωρεάν, νιώσαμε άβολα, και έτσι η αρνητική κριτική, όσο νόμιμη κι αν είναι, εδώ περισσεύει.
Ποιους λόγους έχει ένας άνθρωπος, ένας καλλιτέχνης να μοχθεί, όταν του επιτρέπεται να νιώθει τόσο μόνος; Monsieur Nicola, δεν περιμένουμε την απάντησή σας. Παραφράζουμε το ποίημα «Οι δίκαιοι» του Χ. Λ. Μπόρχες  ως απόπειρα ερμηνείας:

« […] Ένας άνθρωπος που είναι ευγνώμων, επειδή στη γη υπάρχει μουσική. / Ο τυπογράφος που στοιχειοθετεί αυτό το κείμενο καλά, αν και μπορεί να μην του αρέσει. / Αυτός που χαϊδεύει ένα κοιμισμένο ζώο / Εκείνος που δικαιολογεί ή θέλει να δικαιολογήσει το κακό που του έχουν κάνει. / Κάποιος που προτιμάει να έχουν δίκιο οι άλλοι. / Αυτός που πιστεύει μάταια ότι ο χορός κάνει τους ανθρώπους καλύτερους. / Αυτά τα πρόσωπα, που δεν τα ξέρουμε – ή κάνουμε ότι δεν τα ξέρουμε – σώζουν τον κόσμο».

Γιάννης Τασιόπουλος